Showing posts with label Hidden Gems. Show all posts
Showing posts with label Hidden Gems. Show all posts

Child's Play

Posted by universechild On Oct 21, 2011 0 comments



Μια αξιόλογη μπάντα από την Βαλτιμόρη των ΗΠΑ, η οποία δημιουργήθηκε το 1983 και έδρασε σε τοπικό κυρίως επίπεδο, με μεγάλη δημοτικότητα στην rock σκηνή της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Δημιουργήθηκε από τους Larry Hinshaw (φωνή), Brian Jack (κιθάρα), Phil Wiser (μπάσο), Jimmy Shafer (κιθάρα) και Steve Albinak (τύμπανα). Η σύνθεση σταθεροποίηθηκε όταν ήρθαν στη κιθάρα ο Nicky Kay στη θέση του Shafer, και ο John Allen στα τύμπανα, και η μπάντα γνώρισε αρκετή επιτυχία στην περιοχή της Ανατολικής Ακτής, με πολλές περιοδείες και την κυκλοφορία ενός EP, Ruff House (1986).

Όπως συνέβη και με άλλους στο είδος, οι Child's Play έφτασαν στο απόγειό τους στα τέλη των 80s/αρχές 90s, οπότε και κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, αλλά μέχρι τότε είχε φύγει ο Wiser και στη θέση του είχε έρθει ο Idzi, ενώ ο Brian Jack ανέλαβε εκτός από την κιθάρα και τα φωνητικά αφού αποχώρησε και ο Hinshaw. Το Rat Race (1990) τους άνοιξε την πόρτα σε αρκετές περιοδείες σε όλες τις ΗΠΑ, παίζοντας κάτω από τους Cold Sweat.

Το Long Way (1993) κυκλοφόρησε με τον Tommy McRae στη θέση του Jack, αφού ο τελευταίος έφυγε για σόλο καριέρα. Όπως πάντα συμβαίνει, αρκετοί από το κοινό της μπάντας ανησύχησαν με την αλλαγή τραγουδιστή, αλλά ο δίσκος αποδείχτηκε καλός και είχε επιτυχία, πάντα με βάση τα μεγέθη της μπάντας.


Η μπάντα δεν διαλύθηκε ποτέ, απλά ακολούθησε ο καθένας το δρόμο του. Ο Tommy McRae έκανε σόλο καριέρα τόσο σαν ερμηνευτής, όσο και σαν τραγουδοποιός και παραγωγός. Ο John Allen έπαιξε με τους SR-71, ενώ αργότερα ξαναβρέθηκε μαζί με τον Nicky Kay στους Charm City Devils, και ο πρώτος δίσκος των οποίων με τον "ότι λέει το εξώφυλλο" τίτλο, Let's Rock-n-Roll, είναι βουτηγμένος σε eight-ίλα. Ο Brian Jack παίζει σόλο στην περιοχή της Βαλτιμόρης, και ο Idzi έπαιξε με τους Dirty Looks και δημιούργησε μια μπάντα, τους Slurp.

Δισκογραφία
  • 1986 - Ruff House EP
  • 1990 - Rat Race
  • 1993 - Long Way

XYZ

Posted by universechild On Apr 19, 2011 0 comments


Οι XYZ ξεκίνησαν από τα μέσα των 80s ως μια club μπάντα, και συγκεκριμένα παίζοντας στο γνωστό rock nighclub του Los Angeles "Whiskey" (στο οποίο έχουν ηχογραφήσει live αρκετοί hard rockers, όπως οι Shark Island). Μέλη στην αρχική αυτή περίοδο ήταν οι Terry Ilous (φωνητικά), Bobby Pieper (κιθάρες), Patt Fontaine (μπάσο) και Joey Pafumi (τύμπανα). Ένα "μικρό" και "cult" όνομα, που
 
1989 - XYZ s/t
Στις ηχογραφήσεις του πρώτου δίσκου τους μαζί με τους σταθερούς Ilous και Fontaine συμμετείχαν στις κιθάρες ο Mark Diglio και στα τύμπανα ο Paul Monroe. Το XYZ (1989) θυμίζει πάρα πολύ Dokken, κάτι σίγουρα όχι τυχαίο καθώς ο Don Dokken ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή. Βοηθάει και η φωνή του Ilous, καθώς ο τρόπος που τραγουδάει θυμίζει τον Don σε σχεδόν εγκληματικό βαθμό!

Ο δίσκος περιείχε τα hits "Inside Out" και "What Keeps Me Loving You" (τα οποία συνοδεύτηκαν και με μουσικά βίντεο), είχε κάποια μικρή επιτυχία και η μπάντα συμμετείχε σε μια περιοδεία με τους Enuff Z'Nuff και τον Alice Cooper.

1991 - Hungry
Για τον δεύτερο δίσκο συνεργάστηκαν με την Capitol, αλλά το Hungry (1991) δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, παρά το ότι ήταν αξιόλογος δίσκος και ένα βήμα μπροστά, χωρίς τις τόσο σαφείς αναφορές στους Dokken του πρώτου δίσκου. Αν μας επιτραπεί μια γνώμη, σε εκείνες τις εποχές το εξώφυλλο έπαιζε μεγάλο ρόλο στην αγορά ενός δίσκου, και αυτό το έκτρωμα σίγουρα απώθησε αρκετούς υποψήφιους αγοραστές.

Οι Diglio και Monroe εγκατέλειψαν τη μπάντα και  για τις περιοδείες αντικαταστάθηκαν από τους Tony Burnett και Joey Shapiro, αλλά με το τέλος της περιοδείας η μπάντα διαλύθηκε.

Έκτοτε η μπάντα έχει κατά καιρούς επαναδραστηριοποιηθεί, κυκλοφορώντας κάποια άλμπουμ και παίζοντας στο φεστιβάλ Rocklahoma.

Δισκογραφία
  • 1989 - XYZ
  • 1991 - Hungry
  • 2003 - Letter To God
  • 2005 - Rainy Days
  • 2005 - Forbidden Demos (συλλογή)
  • 2008 - Best of XYZ
2003 - Letter To God

Pink Rose

Posted by universechild On Mar 4, 2011 0 comments


Οι Pink Rose μπορούν να θεωρηθούν ως μια glam "παρένθεση" στην πορεία των σχετικά άγνωστων εκτός Γαλλίας Attentant Rock ("Rock Attack"), αλλά ο μοναδικός δίσκος που κυκλοφόρησαν είναι πραγματικά ένα πολύ καλό δείγμα AOR/ μελωδικού rock που λοξοκοιτάζει προς το metal.

Photobucket Photobucket


Οι Attentum Rock ξεκίνησαν στα τέλη των 70s/αρχές 80s και κυκλοφόρησαν κάποια αρκετά αξιόλογα άλμπουμ σε ύφος αρκετά κοντά στο NWOBHM (σε σημεία maiden-ίζουν), με το "twist" της υπόθεσης οι στίχοι, που ήταν στα μητρική τους γλώσσα! Οι δύο πρώτοι δίσκοι είναι αξιόλογα δείγματα γαλλικού (κυριολεκτικά) heavy metal, αλλά στον τρίτο αποφάσισαν να το γυρίσουν στα αγγλικά. Αυτό βέβαια δεν τους βοήθησε και πολύ, και παρέμειναν ένα cult όνομα.

Με την φυγή του βασικού κιθαρίστα Hervi Raynal τα υπόλοιπα μέλη (Marc Quee - φωνή, Fabrice Fourgeau - κιθάρες, Pierre Brimond - μπάσο και Thierry Gaulme - τύμπανα) μετονομάστηκαν σε Pink Rose με νέο look και ήχο, και κυκλοφόρησαν το πολύ Just What You Needed (1986). Λίγο αργότερα μέσα στα 80s η μπάντα διαλύθηκε, ο Marc Quee κυκλοφόρησε και ένα single ("Queen of the Night") που είχε κάποια επιτυχία.

Μέσα στα 00s η βασική σύνθεση των Attentum Rock (δηλαδή οι Pink Rose με τον Raynal) επανενώθηκε, και έκτοτε τα καταφέρνουν μια χαρά, αλλά σε πιο "χαλαρό" θα λέγαμε επίπεδο με ζωντανές εμφανίσεις στη χώρα τους (και όχι μόνο). Έχουν και σελίδα στο myspace.

Δισκογραφία Pink Rose


1986 - Just What You Needed


Δισκογραφία Attentum Rock


1980 - Blouson Noir (single)
1981 - Attentat Rock s/t

1984 - Le Gang des Saigneurs

1985 - Strike

Rock Goddess

Posted by universechild On Feb 27, 2011 1 comments

Οι Rock Goddess από το Λονδίνο μοιάζουν ως η Βρετανική απάντηση στις Vixen, αλλά ποτέ δεν πλησίασαν την δημοτικότητα των Αμερικανίδων και απέκτησαν αρκετά cult φήμη στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80. Πρωτοδημιουργήθηκαν από τις αδερφές Julie και Jody Turner (τύμπανα και κιθάρα/φωνητικά αντίστοιχα) το 1977, όταν ήταν μόλις 13 ετών. Η τετράδα του αρχικού αυτού line-up συμπληρώθηκε από τις Tracey Lamb (μπάσο) και Donnica Colman (πλήκτρα). Η εποχή αυτή ήταν η περίοδος που κυριαρχούσε το punk, αλλά ταυτόχρονα κυοφορούνταν η γνωστή αναγέννηση του rock που ονομάστηκε New Wave of British Heavy Metal (ή, όπως το ξέρουν οι φίλοι του, NWOBHM), και οι κοπέλες με τη βοήθεια ενός φίλου συμμετείχαν με ένα κομμάτι τους σε μία συλλογή με καινούριες μπάντες. Επίσης, χάρι στις γνωριμίες του πατέρα τους ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης δισκάδικου ,έκαναν και τις πρώτες τους ζωντανές εμφανίσεις. Τελικά μετά από αρκετές προσπάθειες, την παραγωγή ενός demo, και μια εμφάνιση στο φεστιβάλ του Reading το 1982, κατάφεραν να υπογράψουν με την A&M.

Το ομώνυμο ντεμπούτο τους Rock Goddess (1983) ηχογραφήθηκε με τη μπάντα ως τριάδα (είχε φύγει η Colman) και παραγωγό τον Vic Maile, και έχει τον χαρακτηριστικό ήχο που έχουν πολλές Βρετανικές heavy metal μπάντες της εποχής αυτής, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται (κυρίως από τους στίχους τους) ότι φλέρταραν και με τον Αμερικάνικο metal ήχο. Η Tracey Lamb αποφάσισε να φύγει και να σχηματίσει μαζί με την Kat Burbella (η οποία έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τις Rock Goddess ως δεύτερη κιθαρίστρια) τις She, αλλά τελικά μετά από χρόνια πήγε στις Girlschool.

Ο δεύτερος δίσκος τους Hell Hath No Fury (1984) ηχογραφήθηκε με την Dee O' Malley στο μπάσο και είχε στην παραγωγή τον γνωστό για αμέτρητα άλμπουμ του metal Chris Tsangarides. Με εξώφυλλο που μοιάζει να προφητεύει το God of War (η μάλλον Goddess of War!) είναι ένας αρκετά καλός δίσκος και εμφανώς βελτιωμένος σε σχέση με τον προηγούμενο, και σε κάνει να σκέφτεσαι πως είναι κρίμα που η μπάντα δεν κατάφερε μεγαλύτερη επιτυχία (βέβαια το ίδιο ισχύει για αρκετούς άλλους του NWOBHM). Οι Rock Goddess έφτασαν να παίξουν ως co-headline με τους Υ&Τ και Iron Maiden σε περιοδείες στη Βρετανία, και τους Saxon στη Γαλλία. Ωστόσο, προτού γίνει η Αμερικάνικη περιοδεία, η O'Malley δεν μπορούσε να συνεχίσει γιατί ήταν έγκυος. Αντικαταστάθηκε με την Julia Longman, ενώ προστέθηκε και η Becky Axten στα πλήκτρα.

Το τρίτο τους άλμπουμ είχε ήδη ηχογραφηθεί το 1985, αλλά κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα και μόνο στη Γαλλία ως Young and Free (1987). Διάφορα οικονομικά και άλλου είδους προβλήματα οδήγησαν στην οριστική διάλυση της μπάντας το 1988. Οι αδερφές Turner κινήθηκαν ως The Jody Turner Band μαζί με άλλους δύο (άντρες αυτή τη φορά) μουσικούς, αλλά ποτέ δεν έκαναν κάτι περισσότερο από το να παίζουν live σε τοπικό επίπεδο. Η Jody Turner επαναδημιούργησε τις Rock Goddess το 1994 για να προωθήσει την επανακυκλοφορία του Young and Free, αλλά μετά από μια αλλαγή ονόματος (Braindance - !) διαλύθηκαν ξανά.

Δισκογραφία
  • 1983 - Rock Goddess
  • 1984 - Hell Hath No Fury
  • 1987 - Young and Free

Icon

Posted by universechild On Feb 24, 2011 0 comments

Παραγνωρισμένο και σχετικά cult όνομα του χώρου, οι Icon από το Phoenix της Αριζόνα μπορούν να περιγραφούν ως μια λιγότερο metal εκδοχή των Ratt και (ειδικά) των Quiet Riot. Ειδικά η φωνή του Clifford στον πρώτο δίσκο σε σημεία θυμίζει (πολύ) Kevin DuBrow.

Δημιουργήθηκαν το 1981 από τους Dan Wexler (κιθάρες), Stephen Clifford (φωνή) και Tracy Wallach (μπάσο), με αρχικό όνομα το πλακατζίδικο Schoolboys (ίσως είχαν και της Girlschool στο μυαλό τους). Θα πεις σχολείο πήγαιναν ακόμη τότε, τόσο ήξεραν. Οι υπόλοιπες θέσεις αρχικά συμπληρώθηκαν από τους David Henzerling (κιθάρες) και John Covington (τύμπανα), αλλά μέχρι το 1984 που είχαν μετονομαστεί σε Icon και υπέγραψαν με την Capitol, είχαν αντικατασταθεί από τους John Aquilino και Pat Dixon.

Ο ομώνυμος πρώτος τους δίσκος Icon (1984) είναι ένα από τα πιο δυνατά ντεμπούτα του είδους που μπορεί να ακούσει κανείς, μια γερή δόση αμερικάνικου Μetal, και το υπέροχο "On Your Feet" είχε γίνει ραδιοφωνικό hit στην εποχή του. Παραμένει ίσως ο καλύτερος δίσκος τους, και το άκουσμά του είναι τόσο "ατμοσφαιρικό" (με την έννοια ότι μεταφέρει όλη την ατμόσφαιρα και τα καλώς εννοούμενα "κλισέ" του ήχου των 80s σε βαθμό όσο λίγοι άλλοι δίσκοι το κάνουν) που επιβάλλεται η απόκτησή του σε βινύλιο, γιατί πολύ απλά απαιτείς να ακούσεις και τον ήχο που κάνει η βελόνα στο αυλάκι. Από τις εναρκτήριες ριφιές του ανθεμικού "(Rock On) Through The Night" μέχρι την power ballad "It's Up To You" στο κλείσιμο, είναι ένα διαμαντάκι. Δεν είναι τυχαίο το όνομα καθώς Icon ονομάζεται και ο καλύτερος δίσκος των Paradise Lost (άσχετο!)


Το The Night of the Crime (1985) κινείται σε πολύ πιο εμπορικά και pop rock μονοπάτια με μειωμένες τις κιθάρες και τονισμένα τα πλήκτρα, και υπεύθυνος για την παραγωγή ήταν ο Eddie Kramer. Παρόλα αυτά, ο Clifford αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μπάντα, προκαλώντας μια μικρή παύση.


Photobucket Photobucket
Το επόμενο άλμπουμ τους A More Perfect Union (1987) κυκλοφόρησε μόνο σε τοπικό επίπεδο και σε κασέτα, προκάλεσε όμως εκ νέου το ενδιαφέρον των εταιριών.

Το Right Between the Eyes (1989) ηχογραφήθηκε με τους Jerry Harrison (φωνητικά) και Drew Bollmann (δεύτερη κιθάρα), και το βίντεο Taking My Breath Away παίχτηκε αρκετά από το MTV. Στο Holy Man's War δεύτερα φωνητικά κάνει ο Alice Cooper! Παρόλα αυτά, με το τέλος της περιοδείας του άλμπουμ, η μπάντα διαλύθηκε και τράβηξε ο καθένας το δρόμο του, συμμετέχοντας σε διάφορες μπάντες και project. Ο Dan Wexler δούλεψε και με τον Alice Cooper, ενώ ο Jerry Harrison ηχογράφησε με τους Harlequin (ένα αξιόλογο AOR project).

Το 1994 επανακυκλοφόρησε επίσημα σε CD η κάσέτα του 1987 με τίτλο (An Even) More Perfect Union και μερικά bonus κομμάτια.

Τον Αύγουστο του 2008 τα αυθεντικά μέλη Wexler, Aquilino και Dixon μαζί με τον Dave Henzerling (κιθαρίστα στην πρώτη φάση της μπάντας) επανενώθηκαν και κυκλοφόρησαν επίσημα σε DVD ένα bootleg του 1984. Στην θέση του τραγουδιστή μπήκε ο Scott Hammons. Η μπάντα γνώρισε θερμή υποδοχή και αρκετή επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.


Δισκογραφία

  • 1984 - Icon
  • 1985 - The Night of the Crime
  • 1987 - A More Perfect Union (Casette)
  • 1989 - Right Between The Eyes
  • 1994 - (An Even) More Perfect Union (CD)
  • 2008 - 1984 Live (bootleg) (DVD)

Girl

Posted by universechild On May 21, 2010 0 comments


"Υπάρχει μια σκοτεινιά στη Βρετανική Ψυχή" λέει σε μια συνέντευξη ο Jon Lord (Deep Purple) σε ένα πρόσφατο ντοκυμαντέρ του BBC σχετικά με την ιστορία του Metal και τις αφετηρίες του στη γοτθική ατμόσφαιρα των Sabbath. Κάποια στιγμή γίνεται και αντιδιαστολή της μουντής ατμόσφαιρας του Birmingham με τον ήλιο, τους φοίνικες (και τα τάνγκα, μην ξεχνάμε) που βλέπει κανείς στη Καλιφόρνια ως εξήγηση του φαινομένου "Glam Metal".

Οπότε φαντάζει περίεργο που μια από τις μεγαλύτερες Glam Metal μπάντες όλων των εποχών είναι οι Def Leppard, αλλά και το ότι ήταν κάθε άλλο παρά οι μόνοι σε αυτή την εκστρατεία να φέρουν τον ήλιο, τους φοίνικες (και τα τάνγκα!) στο μουντό Βρετανικό τοπίο.


Οι Girl (αυτό κι αν είναι ταιριαχτό όνομα για Glam συγκρότημα, από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξεις) ξεπήδησαν στα τέλη των 70s, την εποχή που στην Αγγλία κυοφορούνταν το μουσικό κίνημα που ο τότε Τύπος ονόμασε New Wave Of British Heavy Metal, αλλά με τον ήχο τους γρήγορα διαφοροποιήθηκαν και φάνηκε ότι ανήκαν και αυτοί στους ανήσυχους Βρεταννούς που ένοιωθαν πιο κοντά στους Van Halen. Έχουν κάποιους συνδέσμους με τη σκηνή του L.A. καθώς ο Phil Lewis τραγούδησε αργότερα, μεταξύ άλλων, και στους L.A. Guns, ενώ φυσικά ο κιθαρίστας Phil Collen είναι γνωστός από τους Def Leppard.

Η πορεία τους υπήρξε σχετικά σύντομη και διαλύθηκαν προς τα τέλη της δεκαετίας του 80, ποτέ δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί πέρα από τους οπαδούς του είδους, και είναι από τα cult ονόματα που αξίζει να ανακαλύψεις.


Δισκογραφία
1980 - Sheer Greed
1982 - Wasted Youth
1987 - Killing Time
2001 - Live At The Marquee
2001 - Live at the E xposition Hall, Osaka, Japan
My Number: The Anthology

Joker

Posted by universechild On Mar 6, 2009 0 comments


Ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος, και πρέπει λίγο να λάβουμε υπ όψιν το πόσο επηρεασμένη είναι γενικά η ποπ κουλτούρα της Αμερικής από τα mainstream comics της DC και της Marvel, αλλά και τους "δεσμούς" που είχε πάντα μια μερίδα του hard'n heavy τόσο με την εικονογραφία των κόμιξ, όσο και με εκείνη των pulp (δείτε απλά πόσα metal εξώφυλλα θυμίζουν κόμιξ, ή πόσοι κόμιξ εικονογράφοι δούλεψαν για εξώφυλλα δίσκων). Η λέξη Joker σημαίνει "γελωτοποιός" ή "χιουμορίστας", όπως Joker λέγεται επίσης και η φιγούρα "μπαλαντέρ" της τράπουλας. Έχουμε και εμείς το λαχείο Joker που μακάρι να το κερδίζουν όσοι το έχουν ανάγκη. Ο Joker είναι επίσης και μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες των αμερικάνικων κόμιξ, δημιουργημένος το 1940 ως η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο, και ως αντίβαρο στον "μουτρωμένο" ορκισμένο εχθρό του, τον Batman.



Το γοητευτικό image του τρομακτικού κλόουν, του σκοτεινού γελωτοποιού, του μίμου ή του αρλεκίνου πηγαίνει αρκετά πίσω, έχοντας εμπνεύσει όχι μόνο τη μυθοπλασία, αλλά και αρκετές μπάντες του ευρύτερου pop & rock χώρου, οι οποίες έχουν δανειστεί ανάλογες εικόνες ή ονομασίες για το υλικό τους. Μπάντες από διάφορα είδη όπως οι Harlequin (80s AOR), οι Killing Joke (post-punk), οι Lacrimosa (gothic) και οι Dangerous Toys (hard rock), έχουν δανειστεί με κάποιο τρόπο την εικόνα ενός χαμόγελου μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη.


Στα τέλη των 80s ο Joker πήρε σάρκα και οστά με τη μορφή του υπέρτατου Jack Nicholson, στην ταινία που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο κινηματογραφικό event του 1989, το Batman. Η Batmania (και Jokermania, καθώς ο Nicholson κυριολεκτικά "τα έσπασε" στην ταινία) συνεπήρε τις ΗΠΑ (και την Βρετανία) στο κλείσιμο της δεκαετίας που αγαπήσαμε. Είκοσι χρόνια μετά, στο κλείσιμο της δεκαετίας που διανύουμε, ο Joker επέστρεψε με τη μορφή του πρόωρα χαμένου Heath Ledger στο Dark Knight, με νέα μεγάλη Batmania τη χρονιά που πέρασε (2008) στην Αμερική. Έρε Τζόκερ που μας χρειάζεται. Ας δούμε προς το παρόν μια από τις μπάντες που χρησιμοποίησαν το όνομα και τη μορφή του αιώνιου κακού που γελά.


Εκτός από τους Αμερικανούς Joker που θα δούμε εδώ υπήρξαν και οι αρκετά ενδιαφέροντες Πορτογάλοι Joker, επίσης στον χώρο του hard rock, και επίσης με δράση στην ίδια περίπου εποχή. Οι Πορτογάλοι, μάλιστα, στο εξώφυλλο του Ecstasy (1992), έχουν μια πιο άμεση αναφορά στο κόμιξ καθώς το εξώφυλλο απεικονίζει τη γνωστή φιγούρα με το χαμόγελο, την άσπρη φάτσα και τα πράσινα (μακριά όμως) μαλλιά.




Οι Joker του Chicago δημιουργήθηκαν το 1989 από τους Tony Ingala (φωνητικά), Joe Miro (κιθάρες, πλήκτρα), Nick Sikich (κιθάρες), Brian Smolar (μπάσο) και Mike Stone (τύμπανα) και απέκτησαν συμβόλαιο με την ανεξάρτητη Red Light Records κερδίζοντας την πρώτη θέση σε ένα διαγωνισμό νέων ταλέντων. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους Joker (1990) ήταν ένας αρκετά καλός δίσκος 80s hard rock με αρκετά "party" διαθέσεις που ακούγεται φρέσκος μέχρι και σήμερα.




Το αποκορύφωμα, βέβαια, της σύντομης καριέρας τους είναι το Cool Deal (1992) που βγήκε λίγο αργότερα, ένα άλμπουμ κατά πολύ ανώτερο στο οποίο η μπάντα εμφανίζεται πιο σφιχτοδεμένη και με πιο εμπνευσμένες συνθέσεις στα κομμάτια. Υπό άλλες συνθήκες θα είχαν γίνει αρκετά πιο μεγάλοι, αλλά ακολούθησαν και αυτοί τη μοίρα πολλών άλλων αξιόλογων σχημάτων εκείνης της εποχής που δεν έκαναν κάτι μεγάλο... Το Cool Deal είναι πάντως ένα must για τους φίλους του 80s hard rock με μια δόση sleaze.


Η μπάντα έκανε μικρές τουρνέ συνοδεύοντας την κυκλοφορία των δίσκων τους, και η τελευταία δουλειά τους ήταν η ηχογράφηση κομματιών για την Zoo Records, συνεργάτη της Paramount, τα οποία μπήκαν στο soundtrack της ταινίας Bad Channels. Έκτοτε, τα μέλη ακολούθησαν ο καθένας διαφορετική καριέρα, με τον Tony Ingala να είναι αρκετά γνωστός μουσικός στην τοπική σκηνή του Chicago.

Δισκογραφία
1990 - Joker s/t
1992 - Cool Deal
- The White CD Demos
- Demos & Unreleased


Hurricane

Posted by universechild On Mar 2, 2009 0 comments


Με ένα όνομα που παραπέμπει σε Scorpions και έναν ήχο σε Whitesnake των 80s, οι αδίκως παραγνωρισμένοι Hurricane είναι πιο γνωστοί ως το συγκρότημα που έκαναν τα δύο μικρά αδέρφια των Carlos Cavazo και Rudy Sarzo από τους Quiet Riot. Γνώρισαν κάποια επιτυχία στο δεύτερο μισό της δεκαετίας με το δυνατό hard rock τους για να διαλυθούν και αυτοί περίπου στις αρχές των 90s. Επανενώθηκαν (με άλλη μορφή) για ένα άλμπουμ στις αρχές των 00s, ενώ και πιο πρόσφατα ακούστηκαν κουβέντες για κανονική επανένωση.


Οι Robert Sarzo (κιθάρα) και Tony Cavazo (μπάσο) γνωρίστηκαν στις αρχές των 80s από κανέναν άλλον παρά τον Kevin DuBrow των Quiet Riot. Κάποια στιγμή το 1985 αποφάσισαν να κάνουν τη δική τους μπάντα, και η σύνθεση συμπληρώθηκε με τους Kelly Hansen (φωνή) και Jay Schellen (τύμπανα).




Το πρώτο τους μίνι-άλμπουμ Take What You Want (1985) ηχογραφήθηκε με δικά τους έξοδα και κυκλοφόρησε ανεξάρτητα και ήταν ένα πραγματικά καλό ντεμπούτο όπου όλα σχεδόν τα κομμάτια (αν αφαιρέσεις κάτι instrumental πειραματισμούς) είναι ένα και ένα, όπως το ανθεμικό "Hurricane" ή το υποβλητικό "It's Only Heaven". Η κυκλοφορία του συνοδεύτηκε με εντατικές περιοδείες και συμμετοχή σε live, μεταξύ άλλων και με τους Stryper, τόσο το 1986 όσο και το 1987 στην τουρνέ "To Hell With The Devil". Δεν άργησαν να φτάσουν στο στόχο τους και τελικά πέτυχαν συμβόλαιο με την εταιρία που είχε και τους Stryper, την Enigma. Το ακόμη καλύτερο Over The Edge (1988) που κυκλοφόρησαν με την Enigma έμελλε να είναι η μεγάλη επιτυχία τους, με το "I'm On To You" να μπαίνει στο top-40.




Ωστόσο, αποχώρησε το 1989 ο Sarzo και αντικαταστάθηκε από τον Doug Aldrich (ex-Lion). Με τη σύνθεση αυτή κυκλοφόρησαν το πιο εμπορικό Slave to the Thrill (1990), το "διαστροφικό" εξώφυλλο του οποίου φυσικά λογοκρίθηκε, αλλά ο Alrdich σύντομα τους άφησε για να πάει στους House of Lords, και η μπάντα διαλύθηκε. Ο Aldrich αργότερα έπαιξε και με τους Whitesnake.


Στο ενδιάμεσο ο Schellen ήταν απασχολημένος με ηχογραφήσεις και περιοδείες τόσο των Unruly Child όσο και των Sircle of Silence, ενώ ο Hansen δούλευε πολύ ως session μουσικός. Κάποια στιγμή ο Schellen ζήτησε από τον Hansen να τον βοηθήσει με το δεύτερο άλμπουμ των Unruly Child, και οι δυο τους γρήγορα αποφάσισαν να κινηθούν ξανά ως Hurricane.




Το νέο line-up των Hurricane με την προσθήκη των Sean Manning (κιθάρα) και Larry Antonino (μπάσο) κυκλοφόρησε το Liquifury (2001). Στο άλμπουμ συμμετείχαν ως session και οι κιθαρίστες Randall Strom και Carlos Villalobos, με τον δεύτερο να συνυπογράφει το κομμάτι στο οποίο συμμετέχει. Μετά από αυτό o Schellen μπήκε στους Asia και o Hansen στους Foreigner. Παράλληλα, επανεκδόθηκε και το Take What You Want με bonus υλικό. Προσωπικά βέβαια μας αρέσουν περισσότερο οι επανεκδόσεις που έχουν το αυθεντικό εξώφυλλο, απλά επειδή είναι το αυθεντικό, ενώ το καινούριο artwork που το προμοτάρει μπορεί να έχει τη μορφή slipcase έξω από το κουτάκι. Μικρό το "κακό".


Υπήρξαν φήμες πίσω στο 2007 για επανένωση της μπάντας από τον Robert Sarzo, χωρίς να είναι σαφές αν θα είναι η αυθεντική σύνθεση (είναι πιθανό πάντως).


Δισκογραφία1985 - Take What You Want1988 - Over the Edge1990 - Slave to the Thrill2001 - LiquifuryTake What You Want (remastered)

China

Posted by universechild On Feb 27, 2009 0 comments


Οι Ελβετοί China είναι μια ακόμη περίπτωση μπάντας που παρά τα εξαιρετικά άλμπουμ της, δεν ακούστηκε όσο έπρεπε, σχεδόν καθόλου θα λέγαμε. Γνώρισαν κάποια επιτυχία στα τέλη των 80s σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στην στην Ιαπωνία, αλλά η έλλειψη επαρκής προώθησης από εταιρία και διάφορα προβλήματα (σε συνδυασμό πάντα και με την πτώση της δημοφιλίας του hard rock ήχου) τους οδήγησαν σε διάλυση στα μέσα των 90s. Επανενώθηκαν σχετικά πρόσφατα (2007) για σειρά συναυλιών, και από τότε παραμένουν δραστήριοι.Η μπάντα δημιουργήθηκε το 1985 με τα ιδρυτικά μέλη να περιλαμβάνουν τους Claudio Matteo (κιθάρα), Freddy Laurence (κιθάρα), John Dommen (τύμπανα), Math Shiverow (φωνητικά) και Marc Lynn (μπάσο).

Μέχρι Το 1988 οπότε και πέτυχαν συμβόλαιο με την Γερμανική Phonogram και κυκλοφόρησαν ένα πολύ δυνατό ομώνυμο ντεμπούτο, η σύνθεση της μπάντας είχε αλλάξει. Με τον Struebi στα φωνητικά ηχογράφησαν To China (1988), το οποίο είχε θερμή υποδοχή και η μπάντα γρήγορα μπήκε στο στούντιο για τον διάδοχό του.

Στο Sign in the Sky (1989) σημειώθηκαν πάλι αλλαγές στο line-up καθώς στο μικρόφωνο μπήκε ο Patrick Mason και στο μπάσο ο Brian Kofmehl. Το άλμπουμ ήταν ακόμη καλύτερο από το ήδη εξαιρετικό ντεμπούτο με πιο ώριμο και προσωπικό ήχο, αλλά μετά από την περιοδεία η θέση του τραγουδιστή άλλαξε για ακόμη μια φορά.


Ο Eric St. Michaels ήταν ο τραγουδιστής για τις ηχογραφήσεις του τρίτου άλμπουμ, Go All The Way (1992), ενώ ήταν μέλος της μπάντας μέχρι και την περίοδο που κυκλοφόρησε το πρώτο live, China Live (1993).


Το 1993 η μπάντα συνεργάστηκε με τον Marc Storage, τραγουδιστή των συμπατριωτών τους Krokus (μια μπάντα τα μέλη της οποίας τους είχαν βοηθήσει και στο παρελθόν) για ένα live προορισμένο για το εθνικό ραδιοφωνικό δίκτυο της Ελβετίας. Οι ηχογραφήσεις θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο μετά από μερικά χρόνια ως Alive (2000).


Τελευταίος τους δίσκος ήταν το Natural Groove (1995) ο οποίος ήταν και μια νέα κατεύθυνση για τη μπάντα. Όμως, και παρά κάποιες θετικές κριτικές, διάφοροι παράγοντες όπως η δεινή οικονομική κατάσταση και η έλλειψη υποστήριξης από την εταιρία, οδήγησαν σε διάλυση.

Ένα πρώτο reuinion έγινε στην αλλαγή της χιλιετίας με την περιοδεία "China Revisited". Περιελάμβανε τα βασικά μέλη Claudio, Freddy, Brian και Giovanni μαζί με τους τρεις τραγουδιστές, Struebi, Eric St. Michaels και Marc Storace.

Μερικά χρόνια μετά δόθηκε αφορμή για κανονικό reunion, το 2007, όταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη, ο Claudio Matteo, δέχτηκε πρόταση για πιθανή συμμετοχή στο Spirit of Rock φεστιβάλ. Στο φεστιβάλ συμμετείχαν ονόματα όπως Heaven & Hell (οι Black Sabbath με τον Dio), Motley Crue, Motorhead, U.D.O. και Saxon. Η μπάντα γρήγορα βγήκε σε δική της Rock Never Stops περιοδεία

Σαν παρένθεση, αξίζει να αναφέρουμε και τα εξώφυλλα όλων των δίσκων τους τα οποία ήταν πάντα ιδιαίτερα καλαίσθητα και προσεγμένα σε σύγκριση με την υπερβολή ή το kitsch που χαρακτήριζε άλλες μπάντες του είδους.

Δισκογραφία

  • 1988 - China s/t
  • 1989 - Sign from the Sky
  • 1992 - Go all the way
  • 1993 - China Live
  • 1993 - So Far (συλλογή)
  • 1995 - Natural Groove
  • 2000 - Alive (ηχογραφήσεις του 1993)

Q5

Posted by universechild On Feb 9, 2009 0 comments





Η πορεία των Q5 από το Seattle της Βορειοδυτικής ακτής των ΗΠΑ είναι μια από τις πιο αδικημένες περιπτώσεις του 80s metal. Όσο κι αν σε μας ακούγεται περίεργο καθώς η πόλη αυτή είναι σήμερα γνωστή για ένα "άλλο", μεταγενέστερο μουσικό ήχο, στη διάρκεια των 80s η metal και hard rock σκηνή ήταν πολύ ζωντανή εκεί, με υπερ-επιτυχημένες περιπτώσεις όπως εκείνη των Queensryche να αποτελούν μια ένδειξη. Είναι κρίμα καθώς το ντεμπούτο τους "Steel the Light" ήταν ένα πραγματικά εκπληκτικό δείγμα μέταλλου της εποχής, και κάποιες λάθος κινήσεις και ατυχία δεν του έδωσε συνέχεια.

Η μπάντα γεννήθηκε το 1982 ως ένα project των Floyd Rose (κιθάρα) και Jonathan K (φωνητικά), οι οποίοι μέχρι τότε βρισκόταν στους The Core, μια μπάντα πολύ δημοφιλή στη τοπική σκηνή, καθώς και μια από τις ελάχιστες που έπαιζαν δικές τους συνθέσεις και όχι διασκευές. Παρά την δημοτικότητά των The Core, οι δυο νεαροί μουσικοί ήθελαν να κάνουν κάτι που θα ακουστεί παραέξω κυνηγώντας μεγαλύτερα πράγματα από το να παιζουν στα τοπικά club, κι έτσι αποχώρησαν, αναζητώντας μέλη για να ηχογραφήσουν το demo τους.

Στην πορεία προσέγγισαν κάποια μέλη των TKO, μια άλλη μεγάλη μπάντα της τοπικής σκηνής, τον Gary Thompson (τύμπανα) και τον Evan Sheeley (μπάσο). Ο Jonathan γνώριζε κιόλας τον Gary καθώς οι δυο μουσικοί είχαν συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν. Οι δύο μουσικοί δέχτηκαν την πρόσκληση, αλλά ο κιθαρίστας των TKO, Rick Piercy, τον οποίον επίσης προσέγγισαν καθώς ενθουσιάστηκαν με την απόδοσή του σε ένα live, έκανε πίσω.

Οι τέσσερίς τους λοιπόν ηχογράφησαν ένα demo τριών κομματιών στο γνωστό τοπικό studio The Music Source, με παραγωγό τον ιδιοκτήτη του studio Jim Wolfe, ο οποίος με τις γνώσεις και την εμπειρία του έμελλε να ειναι πολύτιμη βοήθεια στην πορεία τους. Δουλέυοντας μαζί, η τετράδα "έδεσε" και έγιναν καλοί φίλοι, με συνέπεια την αποχώρηση των Gary και Evan από τους TKO. Αυτή τη φορά ο κιθαρίστας Rick Piercy δέχτηκε να προσχωρήσει και αυτός στους Q5, και έτσι η μπάντα ήταν πλέον πεντάδα.

Στη συνέχεια η μπάντα παρουσίασε το demo της στον Ken Kinnear ο οποίος είχε μανατζάρει αρκετές μπάντες, μεταξύ άλλων και τους TKO, ενώ την εποχή εκείνη είχε τους Heart. Ακούγοντάς τη δουλειά τους, ο Kinnear δέχτηκε.

Η μπάντα άρχισε να δουλεύει ασταμάτητα γράφοντας καινούριο υλικό και παίζοντας σε club κατά τη διάρκεια του 1983, με την φήμη της στην τοπική σκηνή να μεγαλώνει συνεχώς. Κάποια στιγμή τράβηξαν την προσοχή της Albatross Productions, η οποία τους έστειλε στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους.



Το Steel the Light (1985) δουλεύτηκε εν μέρει στο Los Angeles και στο Seattle, με το tracklist να περιέχει επανηχογραφήσεις από το demo καθως και κομμάτια δοκιμασμένα στα live, ενώ το ομότιτλο κομμάτι γράφτηκε σχεδόν την τελευταία στιγμή. Η Ευρωπαϊκή κυκλοφορία του άλμπουμ έγινε από την γνωστή Music For Nations, η οποία και ήταν υπεύθυνη για το "space" εξώφυλλο, διαφορετικό από εκείνο στις ΗΠΑ.

Η υποδοχή από τον μουσικό τύπο ήταν διθυραμβική, αλλά το άλμπουμ δεν τα πήγε καλά στην Αμερική. Η πορεία του΄ήταν καλύτερη στην Ευρώπη, η οποία ήταν ουσιαστικά "πατρίδα" για τον Heavy Metal ήχο που αντιπροσώπευαν οι Q5, αλλά λάθη και χαμένες ευκαιρίες του στέρησαν την επιτυχία.



Το δεύτερο When the Mirror Cracks (1986) ήταν αρκετά διαφορετικό με σαφώς πιο εμπορικές προθέσεις από τον προκάτοχό του, αλλά ούτε και αυτό τα πήγε πολύ καλά. Η μπάντα ξαναμπήκε στο στούντιο για τρίτο άλμπουμ, αλλά ασυνεννοησίες με την εταιρία, εκνευρισμοί και απογοήτευση οδήγησαν στην αποχώρηση του Jonathan, και στη διάλυσή της.

Πραγματικά κρίμα...

Δισκογραφία

1985 - Steel the Light
1986 - When the Mirror Cracks

Bonfire

Posted by universechild On Feb 7, 2009 0 comments




Οι Γερμανοί Bonfire έχουν περίεργη ιστορία. Ξεκίνησαν ως Cacumen, άλλαξαν σε Bonfire και συνεχισαν μέχρι το 1993-94. Όμως, δύο πρώην (και βασικά) μέλη που είχαν φύγει ο ένας το 1989 και ο άλλος το 1992, δραστηριοποιήθηκαν μαζί ως Lessmann/Ziller και αγόρασαν το όνομα Bonfire το 1996, ενώ δύο εναπομείναντα μέλη από τους Bonfire του 1994 παίζουν από το 1997 ως Charade. Μπέρδεμα;;; Μπορεί κανείς να πει ότι οι Hans Ziller και Claus Lessmann ήταν οι αυθεντικοί Bonfire, οπότε η αγορά του ονόματος απλά επέστρεψε το αυτονόητο, και οι δισκάρες που κυκλοφορούν οι Bonfire από το 1996 το επιβεβαιώνουν.


Οι Cacumen ξεκίνησαν το 1972 από τα αδέρφια Hans και Karl Ziller, κιθαρίστες και οι δύο, και για μια εξαετία περίπου έπαιζαν σε διάφορα τοπικά venue, έχοντας έναν πυρήνα οπαδών στη πόλη τους, το Ingolstadt της Δυτικής Γερμανίας. Το όνομα προήλθε από μια λατινική λέξη σε κάποιο σχολικό διαγώνισμα του Hans. Το 1978 η μπάντα αποτελούνταν, εκτός από τα δύο αδέρφια, από τους Horst Maier (κιθάρα), Hans Hauptmann (μπάσο) και Hans Forstner (τύμπανα), ενώ ο μέχρι τότε τραγουδιστής τους αντικαταστάθηκε με τον Claus Lessmann.


Με αυτή τη σύνθεση η μπάντα το 1979 κυκλοφόρησε ένα σινγκλ δύο κομματιών, το "Riding Away" / "Wintertale", και άρχισε να περιοδεύει σε μεγαλύτερα venue. Η δημοτικότητά τους αυξήθηκε, και τελικά κυκλοφόρησαν με ένα ανεξάρτητο label το ομώνυμο ντεμπούτο τους Cacumen (1981). Στο μεταξύ, ομως, ο Karl Ziller είχε φύγει από τη μπάντα.


Ένας γνώριμος της μπάντας ηταν και ο Hanns Schmidt-Theissen, ιδιοκτήτης ενός μικρού στούντιο, ο οποίος είχε παίξει μαζί τους για το πρώτο τους σινγκλ. Τους βοήθησε με το να ηχογραφηθεί το δεύτερο άλμπουμ τους, Bad Window (1983), στο δικό του στούντιο, ενώ παράλληλα έκανε και κινήσεις για να τους βρει συμβόλαιο, χωρίς όμως επιτυχία.


Στο μεταξύ το fanbase της μπάντας μεγάλωνε, και έπαιζαν σε όλο και μεγαλύτερα events, υπογράφωντας τελικά το 1985 με την BMG. Υπήρχαν όμως αρκετές αλλαγές στον ορίζοντα: αλλαγές μελών (στο μπάσο βρέθηκε ο Joerg Deisigner και στα τύμπανα ο Dominik Huelshorst), το image τους άλλαξε στο πιο στάνταρ look μιας hard rock μπάντας, ενώ η εταιρία ζήτησε και να αλλάξουν το όνομα με κάτι πιο "πιασιάρικο". Κατέληξαν στο Bonfire.


To ντεμπούτο τους Don't Touch the Light (1986) κυκλοφόρησε παγκόσμια, αλλά στη διάρκεια των ηχογραφήσεων για το επόμενο απολύθηκε ο Dominik Huelschorst, και η μπάντα κυκλοφόρησε το "χρυσό" σε πωλήσεις FireWorks (1987) ως κουαερτέτο με συμμετοχή του Ken Mary από τους Fifth Angel στα τύμπανα. Δύο εκδόσεις υπάρχουν, με την Αμερικάνικη να έχει διαφορετικό εξώφυλλο (τα μέλη της μπάντας) και ένα επιπλέον κομμάτι από το ντεμπούτο τους ("You Make Me Feel").

Κάποιες ακόμα αλλαγές μεσολάβησαν στο διάστημα μέχρι το τρίτο άλμπουμ. Στη διάρκεια της FireWorks Tour το 1988 ο Horst Maier αντικαταστάθηκε από τον Angel Schleifer, ενώ χρέη ντράμερ είχε αναλάβει ο Edgar Patrik.


Δυστυχώς, και ενάντια στη λογική ή την γνώμη των μελών, απολύθηκε και ο Hans Ziller με απόφαση του management, λόγω των αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεων που είχε, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν ήταν αρκετά συγκεντρωμένος στη μπάντα.

Παρόλα αυτά, ο Hans και ο Claus παρέμειναν φίλοι και ο δεύτερος θέλησε να τον βοήθησει με τη νέα μπάντα του, EZ Livin, αλλά συνάντησε ως εμπόδιο την εταιρία.

Η απουσία του Hans από τη μπάντα φαινόταν στην στάση του Claus και η αποχώρησή του τον Σεπτέμβριο του 1992, μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες εγκαθίδρυσης των Bonfire στην Αμερικάνικη αγορά, δεν προκάλεσε έκπληξη. Η μπάντα ψάχνοντας τραγουδιστή σκέφτηκε τον Michael Bormann, ο οποίος όμως είχε γεμάτο πρόγραμμα με τα project και τη μπάντα του, και δεν μπορούσε να είναι full-time τραγουδιστής. Ωστόσο, μετά από την αποτυχία να βρουν τραγουδιστή, συνεργάστηκαν με τον Bormann.


Δυστυχώς ομως, τόσο οι εποχές και τα γούστα που είχαν αλλάξει εις βάρος του hard rock, όσο και η άρνηση της εταιρίας να κυκλοφορήσει υλικό χωρίς τον Claus, έκαναν να διαφαίνεται το τέλος της μπάντας. Τελικά κυκλοφόρησε ως αποχαιρετισμός ένα live άλμπουμ από την περιοδεία του Point Blank (1989) με τον Claus στα φωνητικά, το Live... The Best (1993), ενώ το υλικό που ηχογραφήθηκε με τον Bormann μπήκε στο ράφι. Χωρίς επίσημα να διαλυθεί, η μπάντα επαιξε για τελευταία φορά τον Ιούλιο του 1994.

Στο μεταξύ, ο Claus αφότου έφυγε από τους Bonfire επανενώθηκε με τον Hans, ο οποίος διέλυσε και τους EZ Livin, και οι δυο τους δραστηριοποιήθηκαν το 1992 ως Lessmann/Ziller, κυκλοφορώντας αρχικά ένα γερμανώφονο EP, Glaub Dran (1993), καθώς και αρκετά σινγκλ με κομμάτια που δεν είχαν μπει στους δίσκους των Bonfire. Συνάντησαν κάποια θερμή υποδοχή, αλλά όχι τόσο όσο θα περίμεναν. Το 1995 μετονομάστηκαν σε Ex και τον Μάιο είχαν στη μπάντα τους Joerg Deisinger και Dominik Huelhorst, δηλαδή περίπου ένα reunion της σύνθεσης του 1986 των Bonfire, αλλά κατάλαβαν ότι ο μόνος τρόπος για να αγγίξουν τον κύκλο των οπαδών της μπάντας θα ήταν να ονομαστούν ξανά Bonfire.


Την επόμενη χρονιά, λοιπόν, κινήθηκαν νομικά για να αποκτήσουν τόσο το όνομα όσο και τα δικαιώματα για τις ηχογραφήσεις που έγιναν στην περίοδο 1986-1992. Τελικά ήρθαν το 1996 σε συμφωνία με τα εναπομείναντα μέλη των Bonfire του 1994 και, πληρώνοντάς τους ένα εφάπαξ ποσό, έγιναν (ξανά) οι Bonfire.

To 1997 ήρθαν στη μπάντα οι Chris Lausmann (κιθάρα, πλήκτρα, πρώην Affair και Frontline), Uwe Kohler (μπάσο, από τους Black Tears, Paradise Leaf, Big Apple, Lipstikk, Blitzkrieg, British Steel) και Jurgen Wiehler (τύμπανα, από Backdoor Affair, Heaven Sent, Chain Reaction, Loud & Proud, Parish Garden, Wet Paint, 88 Crash). Ο τελευταίος ήταν και στους EZ Livin του Hans.

Την ίδια εποχη επανενώθηκε και ο Michael Bormann με τον Angel Schleifer αποφασίζοντας να κυκλοφορήσουν το Bonfire άλμπουμ του 1993 με τον Michael στα φωνητικά. Ο Joerg Deisinger δεν έδειξε ενδιαφέρον, όπως και ο Edgar Patrik ο οποίος επικαλέστηκε διάφορες υποχρεώσεις, και έτσι το reunion έγινε ως ντουέτο και, εφόσον τα δικαιώματα των Bonfire είχαν περάσει στα αυθεντικά μέλη, οι δυο τους κινήθηκαν με το όνομα Charade. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1998 στην Ιαπωνία και έγινε περιζήτητο, ενώ οι δυο τους εξακολουθούν να συνεργάζονται.


Από το 1996 οι Bonfire κυκλοφορούν σχεδόν ένα άλμπουμ κάθε χρόνο, κερδίζοντας κοινό με την ποιότητα και αυθεντικότητα του hard rock/heavy metal τους, φτάνοντας σε μεγαλύτερα επίπεδα δημοτικότητάς από εκείνη που είχαν στα 80s, ενώ το 2004, και αφού αγόρασαν τα δικαιώματα για περισσότερο υλικό από το παρελθόν, κυκλοφόρησαν ένα πενταπλό CD με τίτλο "The Early Days" (2004). (Περιλαμβάνει τρία CD με τα Cacumen, το Glaub Drab των Lessmann/Ziller με bonus υλικό καθώς και το άλμπουμ των EZ Livin, “After The Fire”).


Το 2008 κυκλοφόρησαν την rock όπερα The Rauber, ενώ στο DVD υπήρχε και ένα καινούριο βίντεο με ρεμίξ του κλασικού “You Make Me Feel”.

Το 2002 υπήρξε μια αλλαγή καθώς έφυγε ο Chris Lausmann, ενώ πρόσφατα (2009) αντικαταστάθηκε ο Jurgen Wiehler με το αυθεντικό μέλος από τα παλιά, Dominik Huelshorst.

Δισκογραφίες:

Cacumen
1979 – Riding Away (Single)
1981 – Cacumen
1983 – Bad Widow
1985 – Longing for You EP

Bonfire (δίσκοι)
1986 – Don’t Touch the Light
1987 – Fireworks
1989 – Point Blank
1991 – Knock Out
1996 – Feels Like Comin’ Home
1996 – Freudenfeuer
1997 – Rebel Soul
1999 – Fuel to the Flames
2001 – Strike Ten
2003 – Free
2006 – Double X
2008 – The Rauber

Bonfire (Συλλογές και Live)
1993 – Live… The Best
1997 – Hot & Slow
2000 – Who’s Foolin’ Who (Best of)
2001 – 29 Golden Bullets (The Very Best of)
2004 – The Early Days
2005 – One Acoustic Night
2007 – Double Vision

Charade
1998 – Charade
2004 - II