Showing posts with label UK. Show all posts
Showing posts with label UK. Show all posts

Black Rose (UK)

Posted by universechild On Feb 2, 2013 0 comments


Συνήθως αποκαλούνται και Black Rose UK για να αποφευχθεί το μπέρδεμα με τους Δανούς Black Rose (στους οποίους έκανε το ξεκίνημά του ο King Diamond). Δημιουργήθηκαν ως ICE το 1978 στην περιοχή του Βορειοανατολικού Yorkshire από τους Steve Bardsley (κιθάρα, φωνή), Marty Rajn (μπάσο) και Mark Eason (τύμπανο). Με την αντικατάσταση του τελευταίου από τον Charlie Mack και την προσθήκη του Kenny Nicholson (κιθάρα) η μπάντα ηχογράφησε το demo της το οποίο είχε αρκετή επιτυχία στο τοπικό underground.

Όπως ισχύει και με άλλους Βρετανούς (π.χ. Def Leppard) οι Black Rose ξεκίνησαν μεν την εποχή που εκκολάφθηκε το NWOBHM, ενώ και ο ήχος των πρώτων κυκλοφοριών τους εντάσσεται εκεί, αλλά από την αρχή σχεδόν λοξοκοίταξαν προς Αμερικάνικες, και συγκεκριμένα Glam, κατευθύνσεις. Αυτό, ανάλογα με τις προτιμήσεις και τα γούστα του καθενός, μπορεί να θεωρηθεί είτε κακό είτε καλό.

Από τους πιο χαρακτηριστικούς δίσκους τους παραμένει το ντεμπούτο LP τους Boys Will Be Boys (1984) με το ομώνυμο hit που φανερώνει όσο κανένα άλλο το μπόλιασμα του ήχου τους τόσο με τις Βρεταννικές ρίζες τους όσο και τις εμπορικές Glam προθέσεις τους, θυμίζοντας αρκετά πρώιμους Motley Crue, κάτι από Quiet Riot κτλ που τότε προκαλούσαν χαμό στις ΗΠΑ.

Εξίσου δυνατό και το Nightmare EP του 1985, και είναι σίγουρο πως αν το ομώνυμο κομμάτι είχε χρησιμοποιηθεί κάποιο από τα soundtrack των Nightmare on Elm Street (όπως ήταν η τάση τότε, δες και Dokken - Dream Warriors) η μπάντα θα υπήρχε στα ράφια και τις αναμνήσεις πολύ περισσότερων παιδιών των 80s!


Το Walk It How You Talk It (1987), τελευταίο full length τους για δύο δεκαετίες περίπου, τους είδε πιο μελωδικούς και εμπορικούς, αλλά υπήρξαν κάποια προβλήματα με την κυκλοφορία του δίσκου στις ΗΠΑ (λόγω και κάποιας συνωνυμίας τους με μια άλλη μπάντα - αμερικάνικη, όχι τους Δανούς) και αυτό ήταν η αρχή του τέλους για τη μπάντα. Διαλύθηκαν το 1989.

Όπως και άλλοι, μερικά παλιά μέλη ξαναβρέθηκαν το 2006, έπαιξαν live και ηχογράφησαν καινούριο υλικό για το Cure for Your Disease του 2010, το οποίο κυκλοφόρησε μόνο σε ψηφιακή μορφή (δηλ. download)

Δισκογραφία


  • 1982 - Black Rose (single)
  • 1983 - Black Rose (EP)
  • 1984 - Black Rose (LP)
  • 1985 - Nightmare (LP)
  • 1987 - Walk It Like You Talk It (LP)
  • 2010 - Cure For Your Disease (Full length, digital)




Cloven Hoof

Posted by universechild On Nov 23, 2012 0 comments


Αν υπάρχει μια λίστα με τις πρώτες μπάντες που έρχονται σαν συνειρμός όταν ακούσεις Νιουόμπχμ (δεν είναι δικό μας, έτσι πρόφερε ο Bruce Dickinson το NWOBHM σαν "λέξη" σε ντοκιμαντέρ του BBC για το metal), όπως επίσης και μπάντες συνώνυμες του cult, είναι οι διχαλωτές οπλές, δηλαδή οι Cloven Hoof.

Όπως και άλλοι, η μπάντα γεννήθηκε στα τέλη των 70s, και συγκεκριμένα το 1979. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους κατά την πρώτη τους περίοδο είναι το, ίσως και λίγο εμπνευσμένο από τους KISS, αρκετά θεατρικό image, αλλά σε πιο παγανιστικό και λιγότερο sci-fi/κόμικ ύφος, όπως και και τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσαν, παρμένα από τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Το γνωστό τους line-up από εκείνη την περίοδο είναι οι Lee Payne ("Αέρας", μπάσο, όπως και το μόνο ιδρυτικό μέλος της μπάντας που ήταν παρών σε όλα τα line-up), Kevin Pountney ("Γη", τύμπανα), Steve Rounds ("Φωτιά", κιθάρες) και David Potter ("Νερό", φωνή), το οποίο και ηχογράφησε τα κλασικά Opening Ritual EP (1982) και Cloven Hoof (1984), όπως και το πετυχημένο demo του '82. Η σύνθεση αυτή δεν κράτησε πολύ καθώς ο David Potter έφυγε από τη μπάντα, αλλά δυστυχώς με τον αντικαταστάτη του, Rob Kendrick, ηχογράφησαν μόνο το ζωντανό δίσκο (με το "ποιον θυμίζει άραγε" εξώφυλλο) Fighting Back (1986), πριν διαλυθούν.

Το 1988 ο Lee Payne ξεκίνησε πάλι από την αρχή με το όνομα Cloven Hoof και εντελώς νέα σύνθεση για μια νέα, πολύ δημιουργική, αλλά σύντομη, περίοδο. Οι δίσκοι Dominator (1988) και A Sultan's Ransom (1989) που κυκλοφόρησε με τους Russ North (φωνητικά), Andy Wood (κιθάρες) και Jon Brown (τύμπανα) είναι πολύ καλοί, αλλά λόγω προβλημάτων με το συμβόλαιο η μπάντα διαλύθηκε οριστικά, και το όνομα Cloven Hoof θα ανήκε μόνο στο μύθο για πάνω από δεκαετία.


Μια νέα προσπάθεια για μια πολυπόθητη επαναδραστηριοποίηση των Cloven Hoof άρχισε το 2001 όταν ο Lee Payne επικοινώνησε ξανά με τον Andy Wood, αλλά δυστυχώς κανένα από τα παλαιότερα μέλη δεν έδειξε ενδιαφέρον. Έτσι ο Lee Payne, στην ουσία μόνος, με την συνδρομή κάποιων session μουσικών στο στούντιο, ηχογράφησε και κυκλοφόρησε το 2006 το πολύ καλό Eye of the Sun, το οποίο είχε φυσικά θερμή υποδοχή.

Την επιτυχία της κυκλοφορίας ακολούθησε η επιστροφή του Russ North στη μπάντα, όπως αργότερα και του Jon Brown. Οι καινούριοι Cloven Hoof συμπληρώθηκαν με τους κιθαρίστες Mick Powell (ο οποίος θα ήταν παραλίγο με την μπάντα και στις αρχές των 80s) και Ben Read. Κυκλοφόρησαν μια συλλογή με επανηχογραφήσεις κλασικών κομματιών με τίτλο The Definitive Part One (2008).

Μέχρι την κυκλοφορία του Throne of Damnation (2010), ο North είχε πάλι φύγει και ο δίσκος ηχογραφήθηκε με τον Matt Moreton. Κυκλόφόρησε παράλληλα και ένα DVD με τίτλο A Sultan's Ransom - Video Archive το οποίο περιείχε μια εμφάνιση από το 1989, μαζί με κάποια μουσικά βίντεο. Παίζοντας το ρόλο του παλινδρομικού, ο North επανήλθε, για να ξαναφύγει και να ξανάρθει, μέχρι που ξαναέφυγε (οριστικά;) τον Ιούλιο του 2012.

Όπως και να χει όμως η τωρινή κατάσταση της μπάντας με τα προβλήματα στο line-up και τις διάφορες μαλακίες που έχουν ακουστεί τελευταία σε (anti)social media μετά από σχετικά με πρόσφατες εμφανίσεις, η παρουσία και οι δημιουργίες τους είναι μέρος της Legacy, ας πούμε, του κλασικού heavy metal.

Δισκογραφία
  • 1982 - Demo
  • 1982 - The Opening Ritual EP
  • 1984 - Cloven Hoof LP
  • 1986 - Fighting Back (Live)
  • 1988 - Dominator LP
  • 1989 - A Sultan's Ransom LP
  • 2010 - Throne of Damnation EP

Vardis

Posted by universechild On Nov 3, 2012 5 comments


Πάμε λίγο (ξανά) στα προσφιλή, αλλά ποτέ τόσο γνώριμα όσο θα θέλαμε, λημέρια του NWOBHM (τα οποία θα είναι για πάντα χρυσωρυχείο) και στους Vardis.

Δημιουργήθηκαν το 1977 από τον Steve Zodiac (κιθάρα, φωνή) στο Wakefield του δυτικού Yorkshire μαζί με τους Alan Selway (μπάσο) και Gary Pearson (τύμπανα), και αρχικά λεγόταν Quo Vardis (από το Quo Vadis, όσοι έχουν διαβάσει Αστερίξ ξέρουν τι σημαίνει!) Στην πορεία στη θέση του μπάσου ο Selway αντικαταστάθηκε από τον Terry Horbury (Dirty Tricks).

Η μπάντα, έχοντας στο μεταξύ συντομέυσει το όνομά της σε Vardis, άρχισε να χτίζει τον μύθο της με πολύ ενεργητικά live (σύμφωνα με όσους τους έχουν δει, ο Zodiac ήταν γεννημένος performer), αλλά και με τον πρωτότυπο ήχο τους που συνδύαζε την αγάπη τους για το Rock n' Roll, το Glam Rock των 70s και το Heavy Metal. Ονόματα όπως οι Alice Cooper, T-Rex, The Faces, Chuck Berry και Hawkwind συνυπήρχαν στις επιρροές τους.

Το 1979 κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο EP τους με τίτλο 100 MPH, το οποίο είχε την πρωτοτυπία πως αποτελούνταν αποκλειστικά από ζωντανές ηχογραφήσεις ("Χωρίς Overdubs!" διαφήμιζε και το εξώφυλλο). Λίγο αργότερα, το 1980, το κυκλοφόρησαν ως full-length με ακριβώς τον ίδιο τίτλο και περιεχόμενο, μαζί με κάποια single που είχαν κυκλοφορήσει στο μεσοδιάστημα, τα If I Were King και Let's Go. Ο δίσκος θεωρείται από τα καλύτερα ντεμπούτα εκείνης της εποχής, και η αναγνώριση που έτυχε από την τότε σκηνή έβαλε τη μπάντα μαζί με ονόματα όπως Motorhead, Riot και Ozzy Osbourne στο Heavy Metal Holocaust φεστιβάλ το 1981.

Το εξίσου δυνατό The World's Insane (1981) είχε την πρωτοτυπία πως περιείχε ήχους από αυθεντικές γκαϊντες (στο Police Patrol), πολλά-πολλά χρόνια πριν το κάνουν οι Grave Digger στο Tunes of War, όπως και μια πολύ καλή διασκευή στο Silver Machine των Hawkwind.


Τελευταίες κυκλοφορίες της σχετικά σύντομης πορείας τους ήταν το Quo Vardis (1982), The Lion's Share (1983) και Vigilante (1986). Η μπάντα διαλύθηκε οριστικά στα μέσα των 80s λόγω εντάσεων, κατα τα λεγόμενα, του Steve Zodiac με την μουσική βιομηχανία (γνωρίζοντας πόσο μαλάκες ήταν πάντα οι τελευταίοι, ποιος να είχε δίκιο άραγε). Παρά της "cult" όμως φύσης τους, καθώς οι Vardis παραμένουν μπάντα για σχετικά λίγους, ο μύθος τους δεν έσβησε ποτέ και θεωρούνται από τις πιο επιδραστικές μπάντες της εποχής.  Δεν μπορείς να μη σκεφτείς πως μια ακόμη μπάντα σταμάτησε, χωρίς να έχει φτάσει σχεδόν στη μέση όσων θα μπορούσε να κάνει.

Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει μόνο δύο compilation CD που περιέχουν αρκετό από το υλικό τους (The Best of Vardis - 1997 και The World's Gone Mad: Best of Vardis - 2002).

Μετά την διάλυση της μπάντας ο Steve Zodiac άφησε τη σκηνή πίσω του και ασχολήθηκε ως επαγγελματίας ήχου με την παραγωγή και το θέατρο.

Δισκογραφία (αποσπασματική, μόνο full length)
  • 1979 - 100 M.P.H. EP
  • 1980 - 100 M.P.H. LP
  • 1981 - The World's Insane LP
  • 1982 - Quo Vardis LP
  • 1983 - The Lion's Share
  • 1986 - Vigilante EP
  • 1997 - The Best of Quo Vardis CD
  • 2002 - The World's Gone Mad: The Best of Quo Vardis CD

Tokyo Blade

Posted by universechild On Mar 23, 2011 1 comments


Οι Tokyo Blade είναι ίσως το δεύτερο όνομα που σου έρχεται στο μυαλό των περισσότερων ροκάδων εάν δουν κάπου να αναφέρεται το ακρωνύμιο "NWOBHM" (το πρώτο δεν χρειάζεται να πούμε ποιο είναι). Η πορεία τους όμως, σε αντίθεση με κάποιους άλλους συμπατριώτες τους που έφτασαν να γίνουν η "Πολυεθνική του Metal" (και αφού το έκαναν, μπράβο τους), ήταν αρκετά άνιση, και ποτέ δεν κατάφεραν να γίνουν κάτι παραπάνω από ένα cult όνομα για όσους γουστάρουν ατόφιο Βρετανικό ατσάλι (τι κλισέ έκφραση και αυτή - αλλά το metal των 80s χωρίς τα κλισέ του δε έχει χάρη).
PhotobucketPhotobucket
Ξεκίνησαν μάλλον αναποφάσιστοι καθώς αρχικά ονομαζόταν με το αρκετά τυπικό Killer (αναρωτιέται κανείς πόσες metal μπάντες έχουν αυτή τη λέξη ή παράγωγά της για όνομα...), αλλά στη συνέχεια άφησαν να φανεί η αγάπη τους για την ιστορία της Άπω Ανατολής με την μετονομασία τους σε Genghis Khan. Ως Killer κυκλοφόρησαν ένα demo, και ως Genghis Khan ένα επτάιντσο, τα οποία δεν χρειάζεται να αναφέρουμε πόσο συλλεκτικά είναι. Ήταν σίγουρα θετικό το ότι υπήρχε και κάποια παλαιότερη μπάντα με όνομα Genghis Khan, καθώς στην πορεία άλλαξαν το όνομά τους σε ένα από τα πιο cool ονόματα που μπορούσε να σκεφτεί ένας Ιαπωνόφιλος (και μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχε καλά-καλά η βιντεοκασέτα - καμμία σχέση με την υπερπροσφορά ιαπωνικής κουλτούρας, παιχνιδιών και anime που υπάρχει τώρα, μέσω και του internet).

Μέλη του αρχικού line-up ήταν οι Alan Marsh (φωνητικά), Andy Boulton και Ray Dismore (κιθάρες), Andy Robbins (μπάσο) και Steve Pierce (drums). Το ομώνυμο ντεμπούτο τους ένας από τους καλύτερους δίσκους του είδους. Στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε με λίγο διαφορετικό tracklisting και όνομα Midnight Rendezvouz (1984), αλλά Midnight Rendezvouz λεγόταν και ένα EP τους. Λίγο μπέρδεμα, ε;

PhotobucketPhotobucket

Ίσως ένας από τους λόγους που η μπάντα δεν είχε μια σταθερή πορεία, παρά την αρχική επιτυχία και το κοινό της, ήταν και οι συνεχείς αλλαγές μελών. Μέχρι να κυκλοφορήσει το δεύτερο άλμπουμ, ήχαν καινούριο μπασίστα (Andy Wrighton) ενώ και η εταιρία τους (Powerstation) ήθελε να φύγει ο Marsh γιατί προτιμούσαν έναν πιο "εμπορικό" frontman στο στυλ του David Lee Roth. Τελικά ανέλαβε χρέη τραγουδιστή ο μόλις 17 ετών Vic Wright, και τα φωνητικά μέρη του άλμπουμ ηχογραφήθηκαν ξανά. Παρόλα αυτά, το Night of the Blade (1984) στην μορφή που κυκλοφόρησε παραμένει από τους κορυφαίους δίσκους του NWOBHM, ενώ και η εκδοχή με τον Marsh στα φωνητικά κυκλοφόρησε τη δεκαετία του '90 με τίτλο Night of the Blade - The Night Before. Μεταξύ άλλων, η μπάντα έπαιξε στις περιοδείες με ονόματα όπως οι Blue Oyster Cult, οι Scorpions, ο Dio και ο Ozzy.


Ο τρίτος τους δίσκος Black Hearts and Jaded Spades (1985)
ήταν το σημείο καμπής για τη μπάντα, καθώς ο ήχος τους άρχισε να παίρνει μια στροφή στον πιο εμπορικό glam ήχο που ανθούσε στις ΗΠΑ τότε. Βασικός υπεύθυνος γι αυτό θεωρείται ο (μεγάλος θαυμαστής της σκηνής του L.A.) Vic Wright. Ο ίδιος λέει πως από την αρχή όταν προσελήφθη στη μπάντα ένοιωθε κάπως παράταιρος καθώς οι Tokyo Blade ήθελαν να γίνουν σαν τους Maiden, ενώ δικές του αγαπημένες μπάντες ήταν οι Aerosmith και οι Rose Tattoo.

Οι απόψεις διίστανται για τους λόγους που έφυγε ο Wright (άλλοι λένε πως ξένισε αρκετά "Αμερικάνικο" Black Hearts, ο ίδιος λέει πως τον "κρέμασαν" σε ότι αφορά χρηματικά ζητήματα), γεγονός είναι πως από αυτό το σημείο η περίπτωσή τους άρχισε να γίνεται πολύ μπερδεμένη, ενώ ο
ι Steve Pierce και Andy Wrighton πήγαν στους Shogun, τη νέα μπάντα που είχε δημιουργήσει ο Marsh, και αυτή η διαλυτική κατάσταση είναι ίσως από τους βασικούς λόγους που η μπάντα δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τα όρια ενός cult ονόματος.


Ο Andy Boulton ως σταθερό ιδρυτικό μέλος συγκέντρωσε ένα νέο line-up και κυκλοφόρησε το εμπορικό (αλλά πάντως καλό) Ain't Misbehavin' (1987), έκαναν και κάποιες περιοδείες, και έφτασαν να συμμετέχουν και σε ένα φεστιβάλ με τους (παρηκμασμένους και χωρίς Ozzy ή Dio τότε) Black Sabbath.

Το line-up αυτό δεν κράτησε για πολύ, και ο επόμενος δίσκος No Remorse (1989) ηχογραφήθηκε με μέλη των Γερμανών The Dead Ballerinas.

Το 1990 ο Boulton και ο Marsh βρέθηκαν μαζί σε μία μπάντα με όνομα Mr. Ice, μαζί με τους Colin Riggs στο μπάσο, τον Marc Angel στα τύμπανα, τον Danny Gwilym (ο οποίος ήταν και στους Shogun) στην κιθάρα και τον Attila (από Mad Cow Disease και Tokyo) στα πλήκτρα. Ηχογράφησαν ένα E.P. με τίτλο Have An Ice Day (δεν ξεκίνησε ο Mr Freeze τα λογοπαίγνια με τον πάγο σε εκείνη τη ταινία του 1997), αλλά μέχρι να κυκλοφορήσει είχε φύγει ο Gwilym. Κανονίστηκε και μια περιοδεία με τους Uriah Heep για το 1991, αλλά, όπως έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις, το management πρότεινε να κινηθούν με κάποιο ποιο γνωστό όνομα, και αφού η μπάντα ήταν στην ουσία οι Tokyo Blade, το E.P. κυκλοφόρησε με μια ετικέτα που έγραφε This Is Tokyo Blade On Ice. Μετά από διαφωνίες έφυγε ο Andy Boulton για να αντικατασταθεί από τον Steve Kerr (των Tokyo - ειρωνία;) αλλά παρά το ότι η τουρνέ είχε κάποια επιτυχία, συμφώνησαν πως χωρίς Andy δεν μπορούν να υπάρξουν Tokyo Blade, και η μπάντα διαλύθηκε εκ νέου.


Το 1994, και μετά από συννενόηση κάποιων από τα ιδρυτικά μέλη, έγινε μια πρώτη επανένωση των αυθεντικών Tokyo Blade. Δεν απάντησαν όμως όλοι στο "κάλεσμα": ο Andy Robbins ήταν ικανοποιημένος στους Skin, ο Andy Wrigthon δεν ασχολούνταν πια με τη μουσική και ο Steve Pierce ήταν άφαντος, έτσι οι Alan Marsh, Andy Boulton και John Wiggins συμπλήρωσαν τη μπάντα με τους Colin Riggs και Marc Angel και κυκλοφόρησαν το Burning Down Paradise (1996).

Σχετικά πρόσφατα οι Tokyo Blade επανενώθηκαν με σχεδόν όλόκληρο το κλασικό τους line-up , Wiggins, Boulton, Wrighton και Pierce (δηλαδή όλοι πλην του Marsh), και με τον τραγουδιστή Nicolaj Ruhnow κυκλοφόρησαν το Thousand Men Strong στις 18 Μαρτίου 2011. Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις τους τον αντιμετώπισαν ως τον τρίτο (!) δίσκο τους, και αν και εδώ που τα λέμε το υλικό τους κάθε παρά αδιάφορο ήταν, δεν έχουν και άδικο. Το Thousand Men Strong (2011) είναι σίγουρα από τα πιο '80s άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει τελευταία, και δείχνει πως η λεπίδα των Tokyo Blade είναι ακόμη ακονισμένη,

Δισκογραφία
  • 1983 - Tokyo Blade
  • 1984 - Midnight Rendezvous (ντεμπούτο στις ΗΠΑ)
  • 1984 - Night of the Blade (με φωνητικά του Vic Wright)
  • 1985 - Black Hearts & Jaded Spades
  • 1987 - Ain't Misbehavin'
  • 1989 - No Remorse
  • 1993 - Tokio Blade
  • 1995 - Burning Down Paradise
  • 1998 - Night of the Blade - The Night Before (με φωνητικά του Marsh, από τις αρχικές ηχογραφήσεις)
  • 2011 - Thousand Men Strong

Διάφορα
  • 1984 - Lighting Strikes EP
  • 1984 - Midnight Rendezvous EP
  • 1985 - Madame Guillotine
  • 1998 - Mr. Ice (συλλογή)
  • 2009 - Live in Germany


PhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucket

Rock Goddess

Posted by universechild On Feb 27, 2011 1 comments

Οι Rock Goddess από το Λονδίνο μοιάζουν ως η Βρετανική απάντηση στις Vixen, αλλά ποτέ δεν πλησίασαν την δημοτικότητα των Αμερικανίδων και απέκτησαν αρκετά cult φήμη στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80. Πρωτοδημιουργήθηκαν από τις αδερφές Julie και Jody Turner (τύμπανα και κιθάρα/φωνητικά αντίστοιχα) το 1977, όταν ήταν μόλις 13 ετών. Η τετράδα του αρχικού αυτού line-up συμπληρώθηκε από τις Tracey Lamb (μπάσο) και Donnica Colman (πλήκτρα). Η εποχή αυτή ήταν η περίοδος που κυριαρχούσε το punk, αλλά ταυτόχρονα κυοφορούνταν η γνωστή αναγέννηση του rock που ονομάστηκε New Wave of British Heavy Metal (ή, όπως το ξέρουν οι φίλοι του, NWOBHM), και οι κοπέλες με τη βοήθεια ενός φίλου συμμετείχαν με ένα κομμάτι τους σε μία συλλογή με καινούριες μπάντες. Επίσης, χάρι στις γνωριμίες του πατέρα τους ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης δισκάδικου ,έκαναν και τις πρώτες τους ζωντανές εμφανίσεις. Τελικά μετά από αρκετές προσπάθειες, την παραγωγή ενός demo, και μια εμφάνιση στο φεστιβάλ του Reading το 1982, κατάφεραν να υπογράψουν με την A&M.

Το ομώνυμο ντεμπούτο τους Rock Goddess (1983) ηχογραφήθηκε με τη μπάντα ως τριάδα (είχε φύγει η Colman) και παραγωγό τον Vic Maile, και έχει τον χαρακτηριστικό ήχο που έχουν πολλές Βρετανικές heavy metal μπάντες της εποχής αυτής, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται (κυρίως από τους στίχους τους) ότι φλέρταραν και με τον Αμερικάνικο metal ήχο. Η Tracey Lamb αποφάσισε να φύγει και να σχηματίσει μαζί με την Kat Burbella (η οποία έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τις Rock Goddess ως δεύτερη κιθαρίστρια) τις She, αλλά τελικά μετά από χρόνια πήγε στις Girlschool.

Ο δεύτερος δίσκος τους Hell Hath No Fury (1984) ηχογραφήθηκε με την Dee O' Malley στο μπάσο και είχε στην παραγωγή τον γνωστό για αμέτρητα άλμπουμ του metal Chris Tsangarides. Με εξώφυλλο που μοιάζει να προφητεύει το God of War (η μάλλον Goddess of War!) είναι ένας αρκετά καλός δίσκος και εμφανώς βελτιωμένος σε σχέση με τον προηγούμενο, και σε κάνει να σκέφτεσαι πως είναι κρίμα που η μπάντα δεν κατάφερε μεγαλύτερη επιτυχία (βέβαια το ίδιο ισχύει για αρκετούς άλλους του NWOBHM). Οι Rock Goddess έφτασαν να παίξουν ως co-headline με τους Υ&Τ και Iron Maiden σε περιοδείες στη Βρετανία, και τους Saxon στη Γαλλία. Ωστόσο, προτού γίνει η Αμερικάνικη περιοδεία, η O'Malley δεν μπορούσε να συνεχίσει γιατί ήταν έγκυος. Αντικαταστάθηκε με την Julia Longman, ενώ προστέθηκε και η Becky Axten στα πλήκτρα.

Το τρίτο τους άλμπουμ είχε ήδη ηχογραφηθεί το 1985, αλλά κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα και μόνο στη Γαλλία ως Young and Free (1987). Διάφορα οικονομικά και άλλου είδους προβλήματα οδήγησαν στην οριστική διάλυση της μπάντας το 1988. Οι αδερφές Turner κινήθηκαν ως The Jody Turner Band μαζί με άλλους δύο (άντρες αυτή τη φορά) μουσικούς, αλλά ποτέ δεν έκαναν κάτι περισσότερο από το να παίζουν live σε τοπικό επίπεδο. Η Jody Turner επαναδημιούργησε τις Rock Goddess το 1994 για να προωθήσει την επανακυκλοφορία του Young and Free, αλλά μετά από μια αλλαγή ονόματος (Braindance - !) διαλύθηκαν ξανά.

Δισκογραφία
  • 1983 - Rock Goddess
  • 1984 - Hell Hath No Fury
  • 1987 - Young and Free

Whitesnake

Posted by universechild On Feb 3, 2011 0 comments


Οι Whitesnake είναι ουσιαστικά το προσωπικό σχήμα του David Coverdale. Όπως και αρκετοί άλλοι της ίδιας "σειράς", η μπάντα υπάρχει από τα "βάθη" των 70s, και συγκεκριμένα το 1976-77, αλλά φυσικά γνώρισε την "χρυσή" εποχή της στη δεκαετία του 1980.


O Coverdale είναι φυσικά γνωστός από τη συμμετοχή του στους Deep Purple στη λεγόμενη "MK III" σύνθεση της μπάντας, στα μέσα των 70s όταν αντικατέστησε τον Ian Gillan στην θέση του τραγουδιστή. Καθώς ήταν υπεύθυνος για την πιο "funky" κατεύθυνση που είχαν πάρει οι Deep Purple τότε, η παρουσία του ήταν μια από τις αιτίες που δημιουργήθηκαν διαφωνίες οι οποίες οδήγησαν στη φυγή του Richie Blackmore το 1975. Η παρουσία του όμως ήταν σημαντική και στο να συνεχίσουν οι Purple με αντικαταστάτη στην θέση του Richie τον Tommy Bollin στην σύντομη "ΜΚ IV" περίοδό τους. Συνολικά οι Purple με τον Coverdale κυκλοφόρησαν τα Burn (1974), Stormbringer (1974) και Come Taste the Band (1975). Τελικά οι Purple διαλύθηκαν το 1976 (για να επανενωθούν επίσημα το 1984 - όλοι χρειάζονται ένα "διάλειμμα") και ο Coverdale βρέθηκε στη θέση να μην έχει άλλη επιλογή από εκείνη της solo καριέρας. Για να πούμε την αλήθεια βέβαια, η θέση του τραγουδιστή στους Purple όταν δεν ονομάζεσαι "Ian Gillan" είναι πάντα προσωρινή, όσο καλός και να είσαι!


Η αφετηρία του ως σόλο μουσικός μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και spin-off των Purple. Παραγωγός του πρώτου δίσκου White Snake (1977) ήταν ο μπασίστας της κλασικής MK II σύνθεσης των Purple, Roger Glover. Παρά το ότι ο πρώτος αυτός δίσκος δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, η συνεργασία του Coverdale με την EMI συνεχίστηκε και γρήγορα κυκλοφόρησε και το Northwinds (1977). Ο ίδιος λέει ότι το Northwinds ήταν ο δίσκος στον οποίο άρχισε να συγκεντρώνεται σε αυτά που ήθελε πραγματικά να κάνει, και το θεμέλιο της νέας μπάντας του.

Η εποχή δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη, εδώ που τα λέμε, γιατί τότε ακριβώς ήταν που στην Βρετανία παρατηρήθηκε η λεγόμενη "έκρηξη του punk", και ακόμη και η εταιρία τους έλεγε ότι δεν ήταν σίγουροι αν η αγορά σήκωνε μια ακόμα blues-rock μπάντα στα χνάρια των Purple. Η σύνθεση τότε αποτελούνταν, εκτός από τον ίδιο τον Coverdale, και από τους Micky Moody και Bernie Marsden (κιθάρες), Neil Murray (μπάσο), Pete Solley (ο οποίος είχε αντικαταστήσει στα πλήκτρα τον Brian Johnston) και David 'Duck' Dowle (τύμπανα).



Πρώτη κυκλοφορία τους με το όνομα Whitesnake ήταν το Snakebite EP (1978), το οποίο λίγους μήνες μετά κυκλοφόρησε ως κανονικό LP (η δεύτερη πλευρά του βινυλίου συμπληρώθηκε με κομμάτια από το Northwinds). Η EMI είχε βάλει την ετικέτα "Η φωνή των Deep Purple" στο promotion, κάτι που δεν άρεσε και πολύ στον ίδιο καθώς ήθελε αυτή η νέα αφετηρία να είναι κάτι δικό του. Η μπάντα τότε λεγόταν "David Coverdale's Whitesnake" (πως λέμε π.χ. "Ritchie Blackmore's Rainbow"), και παρόλο που οι άνθρωποι της εταιρίας έλεγαν πως θα ήταν πιο σωστό εμπορικά να χρησιμοποιεί το όνομά του, εκείνος προτίμησε απλά το όνομα Whitesnake.

Το ντεμπούτο LP των Whitesnake, Trouble (1978), κυκλοφόρησε στα τέλη της χρονιάς σε παραγωγή του Martin Birch. Εν τω μεταξύ είχαν γίνει και κάποιες αλλαγές στη σύνθεση, και στα πλήκτρα συμμετείχε ένα μέλος των κλασικών Purple, ο John Lord.


Από τις Ευρωπαϊκές περιοδείες για την προώθηση του δίσκου ηχογραφήθηκε και το πρώτο τους Live at Hammersmith (1980), το οποίο τους τοποθέτησε στο άτυπο club με Βρετανικές (και μη) μπάντες που έχουν δίσκο με τη λέξη "Hammersmith" στον τίτλο. Εν τω μεταξύ ο δεύτερος δίσκος τους Lovehunter (1979) προκάλεσε συντηρητικές αντιδράσεις με το σεξουαλικό εξώφυλλο (του εικονογράφου Chris Achilleos), το οποίο έκανε σαφές και το τι άλλο ίσως εννοούσε ο Coverdale με την έκφραση "λευκό φίδι". Η ιστορία πίσω από το εξώφυλλο αναφέρεται στα liner notes της επετειακής επανέκδοσής του δίσκου σε CD, και ήταν ουσιαστικά ένα αστείο του Coverdale ως απάντηση στην ταμπέλα που του είχε βάλει μερίδα του Βρετανικού μουσικού Τύπου ως "σεξιστή και macho". Λες και ήταν ο πρώτος ή ο τελευταίος hard rocker με αυτό το lifestyle και στίχους του στυλ "I'll give you what a woman needs". Ο δίσκος βέβαια ήταν ένα βήμα μπροστά για τη μπάντα, και αρκετά κομμάτια όπως τα "Waking in the Shadow of the Blues" και το ομώνυμο είναι ήδη κλασικά.


Λίγο αργότερα για τον τρίτο δίσκο τους Ready An' Willing (1980) έγιναν μερικές ακόμη αλλαγές στο line-up και drummer ανέλαβε ο Ian Paice, συμπληρώνοντας ένα "πλήρωμα" που είχε στις τάξεις του τρία πρώην μέλη των Deep Purple. Ο δίσκος ήταν ο πιο επιτυχημένος τους μέχρι στιγμής και ήταν στην ουσία το "breakthrough" της μπάντας: μπήκε στο top-10 των Βρετανικών charts, ενώ άγγιξε και το top-100 των ΗΠΑ.

Ο επόμενος δίσκος Come An' Get It (1981) ηχογραφήθηκε στο στούντιο Startling του Ringo Starr, ένα κτίριο που υπήρξε και σπίτι του John Lennon, κάτι που σίγουρα είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Coverdale. Γεμάτος hit, ο δίσκος έφτασε στο νούμερο 2 των Βρετανικών chart και ο Coverdale έγινε εξώφυλλο και στο τρίτο τεύχος του νέου τότε περιοδικού Kerrang!, αλλά δυστυχώς η επιτυχία στην κατεξοχήν μεγάλη αγορά, τις ΗΠΑ, ήταν κάτι ακόμη μακρινό.

Την περίοδο αυτή οι Whitesnake βρέθηκαν σε hiatus επειδή ο Coverdale έπρεπε να αφοσιωθεί στην άρρωστη κόρη του. Τελικά επέστρεψε στη μουσική σκηνή το 1982 και, σύμφωνα με το περιοδικό Kerrang, οι Sabbath του πρότειναν τη θέση του αντικαταστάτη του Ronnie James Dio. Ο Coverdale αρνήθηκε, και κατά ειρωνική σύμπτωση οι Sabbath χρησιμοποίησαν ένα ακόμη πρώην μέλος των (διαλυμένων τότε) Purple, τον Ian Gillan (και κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ που θέλουν να ξεχάσουν, με ένα εξώφυλλο-ανοσιούργημα, το Born Again).

Με την επιστροφή του Coverdale ηχογραφήθηκε και το Saints & Sinners (1982), αλλά αμέσως μετά έγιναν και κάποιες αλλαγές στο line-up, oι Bernie Marsden (κιθάρα), Ian Paice (drums) και Neil Murray (μπάσο) αντικαταστάθηκαν με τους Mel Galley, Colin Hodgkinson και Cozy Powell. Το άλμπουμ ήταν επίσης επιτυχία στη Βρετανία και μπήκε στο top-10, και η μπάντα πέρασε την σαιζόν 1982-83 με περιοδείες, μεταξύ των οποίων ήταν και headline εμφάνιση στο Monsters of Rock του Donington το καλοκαίρι του 1983.


Χωρίς να χάσουν χρόνο ηχογράφησαν στα τέλη της ίδιας χρονιάς το Slide It In (1984), και παράλληλα εξασφάλισαν συμβόλαιο για τις ΗΠΑ με την Geffen. Το άλμπουμ δέχτηκε κάποιες κριτικές για τον ήχο του, και ο David Geffen επέμεινε για ένα ρεμιξάρισμα πριν από την κυκλοφορία του στις ΗΠΑ. Ο δίσκος τελικά κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1984 με πολύ καλές πωλήσεις, και επιτέλους φάνηκε ότι και η Αμερική ήταν έτοιμη να δεχτεί τους Whitesnake. Παράλληλα, έγιναν και κάποιες αλλαγές στο line-up, και ο John Sykes (Thin Lizzy) έγινε μόνιμος κιθαρίστας.

Στην επακόλουθη περιοδεία η μπάντα άνοιγε σε ονόματα όπως οι Dio και οι (τεράστιοι τότε) Quiet Riot, και στο κλείσιμο της περιόδου έπαιξαν στο Rock In Rio μπροστά σε 100.000 θεατές. Η μεγάλη επιτυχία όμως περίμενε λίγο ακόμη.

Με το τέλος της περιοδείας, το 1985, οι Coverdale και Sykes άρχισαν να γράφουν το νέο υλικό για τον διάδοχο του Slide it In, αλλά το άλμπουμ καθυστέρησε για ολόκληρο σχεδόν το 1986 για λόγους υγείας (ο Coverdale έπαθε μια μόλυνση η οποία απείλησε τις φωνητικές του χορδές). Έγιναν και κάποιες ακόμη αλλαγές στο line-up: Ο Powell αντικαταστάθηκε στα drums από τον Aynsley Dunbar (Journey) και η θέση των πλήκτρων (ο John Lord είχε ήδη φύγει το 1984 για την επανένωση των Deed Purple) συμπληρώθηκε από τον Don Airey (Ozzy, Rainbow). Οι ηχογραφήσεις συνεχίστηκαν κανονικά για την κυκλοφορία του άλμπουμ το 1987, αλλά στην πορεία προέκυψε μια κόντρα μεταξύ του Coverdale και του Sykes και ο τελευταίος, παρόλο που ήταν υπεύθυνος για όλα τα κιθαριστικά μέρη καθώς και για μέρος της σύνθεσης, απολύθηκε. Οι αντικαταστάτες του Adrian Vandenberg και Vivian Campbell μιμήθηκαν στο στυλ του στα βίντεο του MTV και στην περιοδεία που ακολούθησε.


Το ομότιτλο Whitesnake (1987) κυκλοφόρησε ως "1987" στην Ευρώπη και "Serpens Albus" (δηλ. το όνομα της μπάντας στα λατινικά) στην Ιαπωνία. Καθώς η μπάντα είχε ήδη αρχίσει τη διαδικασία επαναπροσδιορισμού του ήχου της σε πιο "συναυλιακό" Heavy Metal (σήμα κατατεθέν της δεκαετίας) αφήνοντας λίγο πιο πίσω τα blues στοιχεία, ενώ ήταν και υπό την επίβλεψη του John Kalodner (ενός γνωστού μουσικού executive, υπεύθυνου για την επιτυχία πολλών μεγάλων ονομάτων), το άλμπουμ σημείωσε τεράστια επιτυχία και έφτασε να γίνει πλατινένιο (σήμερα έχει γίνει πλατινένιο 8 φορές). Η δημοτικότητα του δίσκου επίσης έδωσε ώθηση και στις πωλήσεις του Slide it In το οποίο από χρυσό έγινε επίσης πλατινένιο.


Την περίοδο αυτή οι Whitesnake έγιναν από τους "βασιλιάδες" του σχετικά καινούριου τότε MTV και τα βίντεο από τα τεράστια hits "Here I Go Again", "Is This Love" και "Still of the Night" έγιναν σταθερό μέρος του playlist. Είναι λίγο ειρωνικό βέβαια το ότι μέσα στις συνεχείς αλλαγές του line-up, κανένα μέλος της μπάντας που συμμετείχε στην ηχογράφηση δεν εμφανίζεται στα βίντεο, εκτός από τον Adrian Vandenberg (ο οποίος ηχογράφησε μόνο το σόλο στο "Here I Go Again"). Στα βίντεο εμφανίζονται τα νέα τότε μέλη, Rudy Sarzo, Tommy Aldridge και Vivian Campbell (ο οποίος επίσης ηχογράφησε μόνο ένα σόλο για το ρεμίξ του "Give Me All Your Love"). Αξίζει να σημειωθεί και το ότι ένα από τα μοντέλα/ηθοποιούς που συμμετείχε σε ένα από τα βίντεο, η Tawny Kitaen (το οποίο μεταφράζεται στο περίπου ως "καστανόξανθο γατάκι"!) έγινε γυναίκα του Coverdale.

Προτού αρχίσουν οι ηχογραφήσεις για τον επόμενο δίσκο, έγιναν ακόμη μερικές αλλαγές στα μέλη. Έφυγε ο Vivian Campbell (για "καλλιτεχνικές διαφωνίες"). Από την άλλη, για λόγους υγείας έφυγε επίσης και ο Adrian Vandenberg, και αντικατατάθηκε από τον superstar της κιθάρας Steve Vai, ο οποίος θα ήταν μόνιμο μέλος για το υπόλοιπο της μπάντας μέχρι την προσωρινή διάλυση/hiatus των 90s. Αυτές οι συνεχείς αλλαγές ήταν και ένας από τους λόγους που η μπάντα εξελίχτηκε να είναι ουσιαστικά το project του Coverdale. Το Slip of the Tongue (1989) ήταν μια απ'ευθείας στυλιστική συνέχεια του "1987", έγινε επίσης πλατινένιο, και η περιοδεία που το ακολούθησε ήταν η μεγαλύτερη της μπάντας μέχρι τότε. Μεταξύ άλλων υπήρξαν για δεύτερη φορά headliners στο Monsters of Rock του 1990. Ο Coverdale επίσης συμμετείχε και στο soundtrack της ταινίας Days of Thunder για τα φωνητικά του "The Last Note of Freedom" (το οποίο έγραψε μαζί με τον συνθέτη Hans Zimmer και τον Billy Idol). Ίσως χορτάτος από την επιτυχία, ίσως κουρασμένος, και σύμφωνα με δηλώσεις του, στενοχωρημένος από τον πρόσφατο χωρισμό του, ο Coverdale έβαλε τότε ένα προσωρινό "stop" όχι μόνο στους Whitesnake, αλλά και στη μουσική του πορεία.

Αυτό το διάλειμμα δεν κράτησε για πολύ βέβαια, καθώς το 1991 συναντήθηκε με έναν άλλο μύθο του rock, τον Jimmy Page με σκοπό να συνεργαστούν μαζί σε έναν δίσκο. Το όμορφο και με αρκετές επιρροές από Zeppelin, Coverdal Page (1993), σημείωσε μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Coverdale το σήμα στο εξώφυλλο του δίσκου έχει σκοπό να συμβολίσει δύο διαφορετικούς δρόμους που γίνονται ένας.

Το 1994 επαναδραστηριοποιήθηκαν και οι Whitesnake με νέο line-up (Warren De Martini από Ratt στη κιθάρα, Denny Carmassi στα drums και Rudy Mirkovich στα πλήκτρα, καθώς και η επιστροφή των Rudy Sarzo και Adrian Vandenberg) με σκοπό την πρόώθηση ενός Greatest Hits (1994).
Το επόμενο δισκογραφικό εγχείρημα του Coverdale έγινε το 1996-97 όταν ο ίδιος μαζί με τον Vandenberg και τον Carmassi επανένωσαν εκ νέου τη μπάντα για το, με σίγουρα συμβολικό τίτλο, Restless Heart (1997). Εκτός από το εξώφυλλο, όπου ήταν η πρώτη φορά εδώ και 17 (από το 1980) χρόνια που εμφανιζόταν ο ίδιος ο Coverdale, ο δίσκος σηματοδότησε και την επιστροφή τους στον πιο blues-rock ήχο των αρχικών δίσκων. Χωρίς να έχει τα τεράστια νούμερα του παρελθόντος, το εγχείρημα είχε κάποια επιτυχία συνάντησε θερμή υποδοχή από το κοινό της μπάντας. Στις ηχογραφήσεις συμμετείχαν ο Guy Pratt στο μπάσο, και ο Brett Tuggle στα πλήκτρα (ο οποίος συμμετείχε και στο Coverdale Page του '93), αλλά για τις περιοδείες αντικαταστάθηκαν από τους Tony Franklin και Derek Hilland. Στις περιοδείες συμμετείχε και ο Steve Farris των Mr Sister. Εκτός από τον δίσκο κυκλοφόρησε και ένα ακουστικό Starkers in Tokyo (1997) το οποίο ηχογράφησαν οι Coverdale και Vandenberg στην Ιαπωνία.

Τα χουμε πει πως η δεκαετία του 2000 ήταν μια δεκαετία όπου είδαμε την νοσταλγική αναβίωση ή/και επανένωση κλασικών ονομάτων που είχαν παρακμάσει στα 90s, και το timing για την 25η επέτειο των Whitesnake δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Η αρχή έγινε με την επιστροφή του Coverdale στη μουσική με τον (σόλο) δίσκο του Into The Light (2000). Μια συλλογή με τον απλό τίτλο The Best of Whitesnake (2003) συνόδεψε ένα νέο line-up της μπάντας για την επετειακή περιοδεία του 2003: Doug Aldrich από Dio και Reb Beach από Winger στις κιθάρες,
Marco Mendoza στο μπάσο, Tommy Aldridge στα τύμπανα και Timothy Drury στα πλήκτρα.

Η σύνθεση αυτή παρέμεινε σταθερή μέχρι και το 2005 όπου ο Mendoza αντικαταστάθηκε από τον Uriah Duffy, και λίγο αργότερα οι Whitesnake κυκλοφόρησαν το DVD/CD Live... In The Still of the Night (2006) το οποίο συνοδεύτηκε από μια νέα περιοδεία σε Ευρώπη και Ιαπωνία. Ένα δεύτερο live, αυτή τη φορά μόνο με ήχο χωρίς εικόνα και τίτλο Live: In The Shadow of the Blues (2006) ήταν η πρώτη κυκλοφορία τους με νέα εταιρία την Steamhammer/SPV Records . Ο δίσκος είχε επίσης μερικά ολοκαίνουρια κομμάτια. Κυκλοφόρησε επίσης και μια επετειακή έκδοση του δίσκου του 1987 με bonus μερικά live κομμάτια και ένα δισκάκι DVD με τα βίντεο του δίσκου για το MTV και κάποιες ζωντανές εμφανίσεις.
2008 - Good to Be Bad

Μια κανονική επανένωση, όμως, πρέπει να συνοδεύεται και από άλμπουμ και το Good To Be Bad (2008) ήταν ένας πολύ καλός δίσκος που γεφύρωνε τις πιο blues-rock ρίζες τους με το hard rock, φτάνοντας στο #5 των Βρετανικών chart.

Όλο αυτό το διάστημα ο Coverdale και οι Whitesnake, όπως και άλλοι ακούραστοι Βρεταννοί ροκάδες, παρέμεινε δραστήριος συναυλιακά, με εξαίρεση μια ευτυχώς σύντομη περιπέτεια με την υγεία του, πάλι σε σχέση με τις φωνητικές του χορδές. Όχι ότι αυτό έχει απαραίτητα σχέση με το τσιγάρο, αλλά δεν σταμάτησε και να καπνίζει ποτέ εδώ που τα λέμε, και ίσως τα "τραγουδιστής-καπνιστής" δεν είναι πάντοτε συμβατά μεταξύ τους.

Με σταθερούς συνεργάτες τους Doug Aldrich και Reb Beach στις δύο κιθάρες και τους Michael Devin (μπάσο) και Brian Tichy (drums) έγιναν οι ηχογραφήσεις του νέου τους άλμπουμ Forevermore (2011) το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη Άνοιξη, στις 25 Μαρτίου. Το πρώτο single ("Love Will Set You Free") αναμένεται στις 21 Φεβρουαρίου..

Αν κάτσεις και το σκεφτείς λίγο, ονόματα όπως ο David Coverdale και οι Whitesnake γνώρισαν επιτυχία σε μια εποχή που πολλοί από εμάς μόλις και μετά βίας είχαμε γεννηθεί (αν είχαμε γεννηθεί - και ούτε λόγος να γίνεται για τις Deep Purple εποχές)... Προσπαθώντας να αποφύγουμε τα κλισέ (γερόλυκοι του ροκ και άλλες μαλακίες που ακούμε από mainstream ΜΜΕ), αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι δεν παύει να είναι συγκλονιστικό που τέτοιοι άνθρωποι εξακολουθούν να δημιουργούν δίσκους και να παίζουν live σαν να βρίσκονται στην τρίτη ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, δημιουργώντας μελωδίες που σταματούν το ρολόι του χρόνου. Ένας δίσκος από Whitesnake ή Deep Purple στη δεκαετία του '10 (ναι, έτσι λέγεται η δεκαετία στην οποία βρισκόμαστε πλέον, η μέτρηση μοιάζει με αντίστροφη αν σκεφτείς ότι τα 80's που ζήσαμε ως νήπια και από διηγήσεις λίγο μεγαλύτερων μοιάζουν σαν να συνεβησαν χτες) είναι μια τόσο retro αλλά και τόσο vintage (=διαχρονική) εμπειρία ταυτόχρονα. Είμαστε μαζί με τους καινούριους, αλλά ο χρόνος θα δείξει πόσοι από τους καινούριους θα αντέξουν στο χρόνο. Η μουσική αυτή μπορεί να νικήσει το χρόνο. Forevermore.


ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
Ως David Coverdale:
  • 1977 - White Snake
  • 1977 - Northwinds
  • 1993 - Coverdale and Page (με τον Jimmy Page των Led Zeppelin)
  • 2000 - Into The Light

Whitesnake Albums:
  • 1978 - Snakebite EP
  • 1978 - Snakebite LP
  • 1978 - Trouble
  • 1979 - Lovehunter
  • 1980 - Ready an' Willing
  • 1981 - Come an' Get It
  • 1982 - Saints & Sinners
  • 1984 - Slide It In
  • 1987 - Whitesnake
  • 1987 - 1987 Versions EP (μόνο στην Ιαπωνία)
  • 1989 - Slip of the Tongue
  • 1997 - Restless Heart
  • 2008 - Good To Be Bad
  • 2011 - Forevermore

Live:
  • 1980 - Live at Hammersmith
  • 1980 - Live... In the Heart of the City
  • 1998 - Starkes in Tokyo
  • 2006 - Live: In The Shadow of the Blues
  • 2011 - Live at Donington 1990

Συλλογές:
  • 1994 - Whitesnake's Greatest Hits
  • 2000 - 20th Century Masters - The Millennium Collection: The Best of Whitesnake
  • 2000 - Best Ballads
  • 2002 - Here I Go Again: The Whitesnake Collection
  • 2003 - Best of Whitesnake
  • 2003 - The Silver Anniversary Collection
  • 2004 - The Early Years
  • 2006 - The Definitive Collection
  • 2006 - Gold: Whitesnake
  • 2008 - 30th Anniversary Collection