Warrant

Posted by universechild On Jan 20, 2009 0 comments






Μια από τις μπάντες του δεύτερου κύματος του Αμερικάνικου Glam Metal με ιστορία σχεδόν παράλληλη με εκείνη συγκροτημάτων όπως οι Cinderella, οι Warrant γνώρισαν τις δόξες τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με διπλά πλατινένια άλμπουμ και υπερ-δημοφιλή single. Έπεσαν σε "δυσμένεια" από το ευρύ κοινό, όπως και οι άλλες Glam μπάντες, τη δεκαετία του 1990 λόγω της ανόδου του "Grunge", χωρίς όμως ποτέ να διαλυθούν εντελώς, διατηρώντας μια συνεχή παρουσία στα μουσικά δρώμενα παρά τα εσωτερικά προβλήματα, ενώ στα 00s, ακολουθώντας το ρεύμα νοσταλγίας των 80s και reunions, επανενώθηκαν, ενώ το 2009 συμληρώνουν σχεδόν 25 χρόνια ύπαρξης ως μπάντα.


Δημιουργήθηκαν το 1984 από τον κιθαρίστα Eric Turner, αρχικά συμπεριλαμβάνοντας ονόματα όπως ο Adam Shore στα φωνητικά, ο Josh Lewis στην κιθάρα, ο Chris Vincent στο μπάσο και ο Max Asher στα τύμπανα. Ο μπασίστας Jerry Dixon αντικατέστησε τον Vincent το 1984, ενώ η κλασική σύνθεση συμπληρωθηκε το 1986 με τον Jani Lane να αντικαθιστά τον Shore στα φωνητικά, και τον Steven Chamberlin τον Asher στα τύμπανα. Οι δύο τελευταίοι ήταν μαζί στους Plain Jane, ηχογραφώντας αρκετά demos, ενώ η εισαγωγή του Lane αποδείχτηκε σημαντική καθώς ο τραγουδιστής έγινε σύντομα ο βασικός συνθέτης της μπάντας.


Έχοντας αποκτήσει κάποια φήμη στη σκηνή του LA, η μπάντα ηχογράφησε το 1987 ένα demo για την δισκογραφική του Prince, Paisley Park Records. Παράλληλα, δέχτηκαν πρόταση για συμμετοχή στο soundtrack της ταινίας Bill and Ted's Excellent Adventure (με πρωταγωνιστή τον πιτσιρικά Keanu Reeves) από την A&M, αλλά τελικά και οι δύο συμφωνίες ναυάγησαν, με το κομμάτι "Game of War" να μένει αχρησιμοποίητο.




Τον Ιανουάριο του 1988 υπέγραψαν με την Columbia Records, και την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, με το πιθανώς αφιερωμένο στους τραπεζίτες καταπληκτικό εξώφυλλο, Dirty Rotten Filthy Stinking Rich (1989), το οποίο μέχρι τα μέσα της χρονιάς έφτασε στο top-10 των πωλήσεων, ενώ εξίσου επιτυχημένα ήταν και τα single του, οι μπαλάντες "Heaven" και "Sometimes She Cries" και το ροκάδικο "Down Boys". Με την κυκλοφορία του άλμπουμ περιόδευσαν με ονόματα όπως τους Paul Stanley των Kiss, τους Queensryche, τους Poison, τους Motley Crue και τους Kingdom Come.


Τον Σεπτέμβριο της επόμενης χρονιάς κυκλοφόρησαν το Cherry Pie (1990), το οποίο έγινε τριπλά πλατινένιο με 3 εκ. αντίτυπα, με το ομότιτλο κομμάτι να είναι το πιο επιτυχημένο single της μπάντας, ενώ και τα "Uncle Tom's Cabin" και "I Saw Red" να είναι εξίσου αναγνωρίσημα. Η κυκλοφορία του άλμπουμ συνοδεύτηκε με περιοδεία μαζί με τους Poison, η οποία τέλειωσε άδοξα τον Ιανουάριο του 1991 λόγω ενός καβγά μεταξύ των δύο συγκροτημάτων.


Η δεκαετία του 1990, όπως και για άλλες μπάντες του είδους, αποδείχτηκε ασταθής με αρκετές αλλαγές μελών και μειωμένη επιτυχία, με το Dog Eat Dog (1992) να είναι μέτρια επιτυχία (με 500.000 κόπιες). Αργότερα μέσα στο 1994 έφυγε προσωρινά ο Lane, με επακόλουθο την διακοπή της συνεργασίας με την Columbia, ενώ πέθανε και ο επί σειρά ετών manager της μπάντας, Tom Hulet. Ο Lane επανήλθε αργότερα μέσα στη χρονιά, αλλά έφυγαν ο Allen και o Sweet για να αντικατασταθούν από τους Rick Steier και James Kottak αντίστοιχα. Μια νέα συμφωνία υπεγράφη ταυτόχρονα με την CMC Records και την Ιαπωνική Pony Canyon Records, αλλά η επακόλουθη κυκλοφορία του Ultraphobic (1995) δεν συνάντησε επιτυχία, με τον Kottan να εγκαταλείπει την μπάντα την επόμενη χρονιά για να αντικατασταθεί από τον Bobby Borg.


Έχοντας καλό timing, η συλλογή The Best of Warrant (1996) πούλησε αρκετά καλά, και ακολουθήθηκε από νέο άλμπουμ, Belly to Belly (1996). Ωστόσο, η θέση στα τύμπανα έμεινε πάλι κενή, την οποία μετά από αλλαγές ανέλαβε ο Danny Wagner. Στα τέλη της δεκαετίας κυκλοφόρησε και το Greatest & Latest (1999) περιέχοντας επανηχογραφήσεις κλασικών κομματιών, καθώς και 3 νέα κομμάτια.





Η δεκαετία του 2000 βρήκε πολλές αλλαγές στο line-up, αποχωρήσεις και επιστροφές μελών, ένα άλμπουμ διασκευών [Under the Influence (2001)], ενώ μετά την πολλοστή αποχώρηση του Lane το 2004, πήρε τη θέση στα φωνητικά ο Jaime St. James για το έβδομο άλμπουμ της μπάντας Born Again (2006) και την συμμετοχή στο φεστιβάλ "Rocklahoma" του 2007.

Το 2008 ήταν το έτος επανένωσης της μπάντας με τον αυθεντικό τραγουδιστή Jani Lane. Υπήρξαν στο ενδιάμεσο και κάποια σχέδια για τη συμμετοχή στο Rocklahoma 2008 μαζί με τους Cinderella, αλλά τα προβλήματα υγείας του τραγουδιστή Tom Keifer τα ακύρωσαν. Ο Lane ξαναέφυγε, οριστικά λένε, από τη μπάντα το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, για να αντικατασταθεί από τον Robert Mason (πρώην Lynch Mob).

Δισκογραφία:

1989 - Dirty Rotten Filthy Skinking Rich
1990 - Cherry Pie
1992 - Dog Eat Dog
1995 - Ultraphobic
1996 - Belly to Belly
1999 - Greatest & Latest (επανηχογραφήσεις)
2001 - Under the Influence (διασκευές)
2006 - Born Again

Συλλογές:

1996 - The Best of Warrant
2004 - Then and Now: Warrant


Quiet Riot

Posted by universechild On Jan 18, 2009 0 comments




Οι Quiet Riot ήταν μια από τις πιο σημαντικές αμερικάνικες metal μπάντες των 80s και, παρόλο που δεν απέκτησαν ποτέ την αναγνωρισιμότητα άλλων συγκροτημάτων της σκηνής της Καλιφόρνια, ήταν η πρώτη μπάντα του είδους με δίσκο στο νο. 1 του billboard των ΗΠΑ, ανοίγοντας τον δρόμο για άλλες (γνωστότερες σήμερα) μπάντες όπως οι Def Leppard, οι Motley Crue και οι Cinderella.

Η καταγωγή τους πάει πίσω στο 1973 όταν σχηματίστηκαν οι "Mach 1" από τον κιθαρίστα Randy Rhoads (τον πρόωρα χαμένο κιθαρίστα του Ozzy) και τον μπασίστα Kelly Garni. Η αρχική αυτή σύνθεση με τον Kevin DuBrow στα φωνητικά, ο οποίος ήταν και το παλαιότερο μέλος της κλασικής σύνθεσης, και τον Drew Forsyth στα τύμπανα, γρήγορα μετονομάστηκε σε Quite Riot, ένα όνομα που σύμφωνα με συνεντεύξεις του DuBrow προήλθε απο μια συζήτησή του με τον Rick Parfitt των Status Quo ο οποίος μεταξύ άλλων του ανέφερε το "Quite Right" ως πιθανό όνομα μπάντας.

Οι πρώιμη αυτή μορφή της μπάντας πρόλαβε να κυκλοφορήσει δύο δίσκους στα τέλη της δεκαετίας, τα Quiet Riot I (1977) και Quiet Riot II (1978), ενώ ο Garni αποχώρησε μετά την ηχογράφηση του QR II για να αντικατασταθεί από τον Rudy Sarzo, με τον Rhandy Rhoads να αποχωρεί λίγο μετά για να μπει στην μπάντα του Ozzy Osbourne. Οι DuBrow και Forsyth συνέχισαν στην περίοδο 1980-82 με την προσθήκη δύο ακόμα μουσικών ως "DuBrow".

Μετά τον πρόωρο θάνατο του Rhoads το 1982 o DuBrow προσπάθησε να επανενώσει τους Quiet Riot συναντώντας την άρνηση των άλλων μελών, κι έτσι δημιουργήθηκε η κλασική σύνθεση της μπάντας με τον Tony Cavazo στην κιθάρα, την επιστροφή του Rudy Sarzo στο μπάσο, και την προσθήκη του φίλου του Sarzo, Frankie Banali, στα τύμπανα. Η σύνθεση αυτή, με την βοήθεια του παραγωγού Spencer Proffer υπέγραψε με την CBS Records, και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της στις ΗΠΑ (τα QRI και QRII δεν είχαν κυκλοφορήσει εκεί), το Metal Health (1983).


Το άλμπουμ δεν έκανε από την αρχή το μπαμ, αλλά βοηθήθηκε σημαντικά από το single που κυκλοφόρησε μερικούς μήνες αργότερα, μια διασκευή από ένα κομμάτι των Slade του 1973, "Cum on Feel the Noize", το οποίο ήταν και το πρώτο metal τραγούδι που κατάφερε να μπει και να παραμείνει για καιρό στο top-5 των πιο δημοφιλών single, εκτοξεύοντας τις πωλήσεις του δίσκου και φέρνοντας το στην πρώτη θέση των chart. Το Metal Health ήταν το πρώτο metal άλμπουμ που κατάφερε να το κάνει αυτό. Η επιτυχία αυτή βοηθήθηκε σημαντικά από την υπερ-προβολή του βίντεο για το Cum on Feel the Noize από το MTV.

Το άλμπουμ έγινε 6 φορές πλατινένιο με 6 εκ. αντίτυπα, μια επιτυχία που ήταν κάτι το πρωτάκουστο για το heavy metal εκείνη την εποχή, και η οποία άνοιξε το δρόμο για τις μπάντες του είδους.


Ο διάδοχός του, Condition Critical (1984), δεν συνάντησε την ανάλογη επιτυχία και οι πωλήσεις του, παρά την παρουσία μιας ακόμη διασκευής από Slade (Mama Weer All Crazee Now) ήταν συγκριτικά απογοητευτικές (1 εκ.), πράγμα που έκανε τον DuBrow να φέρεται εγωιστικά και να υπενθυμίζει συνεχώς στις ανερχόμενες μπάντες του LA ότι χρωστάνε την επιτυχία τους στο Metal Health.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε στην αποχώρηση του Sarzo το 1985 (ο οποίος πήγε το 1987 στους Whitesnake), και στη συνεργασία της μπάντας με το μπασίστα Chuck Wright. Με την προσθήκη του John Purdell στα πλήκτρα κυκλοφόρησαν την επόμενη χρονιά το QRIII (1986), για να συναντήσουν ακόμη πιο απογοητευτικές πωλήσεις.


Η εγωιστική συμπεριφορά του DuBrow οδήγησε στο να απολυθεί το 1987 από την ίδια τη μπάντα του, ενώ λίγο μετά απολύθηκε και ο Wright. Με την προθήκη νέου τραγουδιστή και μπασίστα κυκλοφόρησαν το ομώνυμο άλμπουμ Quiet Riot (1988), με επίσης φτωχές πωλήσεις. Με το τέλος της περιοδείας για το άλμπουμ διαλύθηκε και η μπάντα, με τον DuBrow να κινείται νομικά για να κρατήσει το όνομα.


Ενώ μπήκε η δεκαετία του 1990 οι σχέσεις των πρώην μελών άρχισαν να αναθερμάνονται, με την συνεργασία των DuBrow και Cavazo στους Heat, οι οποίοι σύντομα μετονομάστηκαν σε Quiet Riot, ενώ επέστρεψε και ο Banalli. Κυκλοφόρησαν το Terrified (1993) και με τον Wright ξανά στο μπάσο, ξεκίνησαν στα 1994 σειρά συναυλιών.

Την ίδια χρονιά ο DuBrow κυκλοφόρησε το The Randy Rhoads Years (1994) το οποίο περιείχε κομμάτια από τους ακυκλοφόρητους τότε στις ΗΠΑ δίσκους QRI και QRII (θυμηθείτε, τότε δεν υπήρχε η online ανταλλαγή μουσικής σε δευτερόλεπτα), καθώς και μερικά ακυκλοφόρητα.


Την περίοδο αυτή κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ Down to the Bone (1995) και ένα Greatest Hits (1996) που είχε υλικό μόνο από τα 4 άλμπουμ των 80s.


Η περιοδεία του 1997 υπήρξε καταστροφική με τη μπάντα να συλλαμβάνεται αρκετές φορές από την αστυνομία, ενώ και ένας fan έκανε μύνηση στον DuBrow για τραυματισμό στη διάρκεια μιας συναυλίας. Παρόλα αυτά, η μπάντα δήλωσε ότι είναι Alive and Well (1999) με ένα δίσκο που περιείχε κάποια νέα κομμάτια και επανηχογραφήσεις παλαιότερων, έχοντας στο τσεπάκι κάποιες Guilty Pleasures (2001), ένα άλμπουμ που θεωρείται από κάποιους ως ο άξιος διάδοχος, 20 σχεδόν χρόνια μετά, του θρυλικού Metal Health.

Το 2003 διαλύθηκαν επισήμως, με τον DuBrow να κυκλοφορεί ένα προσωπικό δίσκο με τίτλο In For the Kill (2004). Επανενώθηκαν το 2005, οπότε και έπαιξαν μαζί με τους Ratt, Cinderella και FireHouse στην περιοδεία Rock Never Stops.


Ο τελευταίος δίσκος τους με τον τραγικά ειρωνικό τίτλο Rehab (2006) περιείχε guest συμμετοχή του Glenn Hughes, το καλοκαίρι του 2007 έπαιξαν στο glam metal φεστιβάλ Rocklahoma, ενώ το τελευταίο τους show δόθηκε το Σεπτέμβριο του 2007. Λίγους μήνες μετά, στις 25 Νοεμβρίου, βρέθηκε νεκρός ο Kevin DuBrow στο σπίτι του, από υπερβολική δόση κοκαϊνης.

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει (προς το παρόν τουλάχιστον) καμμία απολύτως βέβηλη σκέψη επανένωσης της μπάντας με νέο τραγουδιστή, με τον ντράμερ Frankie Banali να έχει εκδώσει επίσημη δήλωση σχετικά με το θέμα.

Οι Quiet Riot πέθαναν τελειωτικά μαζί με τον χαμό του DuBrow, και η πορεία τους υπήρξε σε στιγμές άνιση συμπεριλαμβάνοντας αρκετές μετριότητες, αλλά θα έχουν για πάντα μια θέση στο πάνθεον των σημαντικών σηγκροτημάτων της δεκαετίας του 1980, χωρίς τα οποία η μουσική αυτή δεν θα είχε την πορεία που ξέρουμε.


Δισκογραφία:

1977 - Quiet Riot I
1978 - Quiet Riot II
1983 - Metal Health
1984 - Cindition Critical
1986 - QR III
1988 - Quiet Riot
1993 - Terrified
1994 - The Rhandy Rhodes Years
1995 - Down to the Bone
1999 - Alive and Well
2001 - Guilty Pleasures
2006 - Rehab

Συλλογές

1996 - Greatest Hits
2008 - The Very Best of Quiet Riot