SKELATOR

Posted by universechild On 2.25.2012 0 σχόλια

 
Ενώ ετοιμάζουμε ένα αφιέρωμα για μια από τις σπουδαιότερες μπάντες του ήχου που λατρεύουμε, η πορεία της οποίας όμως ήταν πολύ πιο undeground από ότι της άξιζε, ας δούμε μια άλλη, μικρότερη, αλλά σπουδαία και υποσχόμενη μπάντα της Αμερικάνικης heavy/power underground σκηνής, τους Skelator.

Οι Skelator σε πρώτη φάση δημιουργήθηκαν το 1998 στο San Diego της Καλιφόρνια από τους Jason Conde-Houston (φωνή) και Max Parry-McDonnell (κιθάρες), μαζί με τους Pat Seick (τύμπανα), Robbie Houston (κιθάρες) και Chris Fryer (μπάσο). Η πρώτη αυτή πεντάδα ηχογράφησε το Taste My Demon Seed (2000) demo, για να το ακολουθήσει σύντομα με το "Behold", έχοντας όμως μεσολαβήσει μια αλλαγή στη θέση του μπάσου με τον Ben Thomson. Οι αρχικές τους επιρροές, όπως δείχνουν και τα ντέμο τους, ήταν κυρίως το thrash στα χνάρια των παλιών κλασικών Slayer. Μεσολάβησαν κάποιες ακόμη αλλαγές στο line-up (Nick Milic - κιθάρες, Derek Williams - τύμπανα) και η μπάντα άρχισε το 2003 να περιοδεύει στην περιοχή του San Diego και της Τιχουάνα, αλλά με το τέλος της περιοδείας, οι θέσεις της μιας κιθάρας και των τυμπάνων έμειναν πάλι κενές.

Περίπου αυτή την περίοδο ήταν που ο ήχος τους άρχισε να κάνει στροφή σε μονοπάτια προς το πιο κλασικό, θα λέγαμε, metal, με έντονο το επικό αίσθημα. Ανάμεσα στους ήρωες τους πρέπει να ήταν το Αμερικάνικο power (και prog) metal παλιάς, καλής, κλασικής σχολής…Jag Panzer, Fates Warning, Crimson Glory, Helstar.

Ξανά μαζί με τον πρώτο τους drummer Pat, και με την προσθήκη του Jesse Jensen στη δεύτερη κιθάρα, η μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της EP με τον εύγλωττο τίτλο Swords, το οποίο και έτυχε θερμής υποδοχής στη σκηνή του True Metal. Εκτός από τον ήχο, το δισκάκι ήταν θεματικά ποτισμένο με πολυαγαπημένο sword & sorcery, και συγκεκριμένα από ιστορίες του Michael Moorcock. Την κυκλοφορία του ακολούθησε μια περιοδεία στην δυτική ακτή των ΗΠΑ η οποία μεγάλωσε τη φήμη τους στο Αμερικάνικο underground.

Το 2006 κυκλοφόρησαν ένα split μαζί με τους φίλους τους Gutrot, το The Gore of War. Στο μεταξύ τα βασικά μέλη που αποτελούσαν το στενό πυρήνα της μπάντας, οι Jason, Robbie και Pat, μετακόμισαν βορειοδυτικά στο Seattle, αλλά δε σταμάτησαν να παίζουν στη περιοχή του San Diego. Η τελευταία τους εμφάνιση στη΄φάση αυτή ήταν ως support στους Helstar και τους Agent Steel.

Με νέα σύνθεση (εκτός από τους Jason και Robbie οι Samuel Rodger - κιθάρες, Zach Palmer - μπάσο και Joshua Hannenburg - τύμπανα) επανεμφανίστηκαν το 2007 παίζοντας support στους Lord of Great Slough Feg, ενώ έπαιξαν για πρώτο φορά και στο εξωτερικό, στο Swordbrothers Festival της Γερμανίας μαζί με μπάντες όπως οι Doomsword, Zandelle και Silver Fist.

Αυτές οι εμφανίσεις τους οδήγησαν στο να τους προσέξει η Metal on Metal και να προσφερθεί να κυκλοφορήσει το υλικό τους. Αρχική πρόθεση ήταν να κυκλοφορήσει το Give Metal or Give Me Death demo τους από το 2003 σε νέες ηχογραφήσεις του 2007, αλλά τελικά αποφάσισαν να κάνουν ένα remastering στα κομμάτια από τα (ούτως η άλλως δυσεύρετα) Swords και The Gore of War, και να τα κυκλοφορήσουν στο Time of the Sword Rulers (2008), με νέο (πανέμορφο) artwork το οποίο είχε στο εξώφυλλο τον Erlic. Πιστοί στο πνεύμα της εποχής, οι Skelator κυκλοφόρησαν το demo τους εντελώς δωρεάν ως download από την ιστοσελίδα τους.
Click to Enlarge
Το 2010 ήρθε η στιγμή που κυκλοφόρησαν το κανονικό full length ντεμπούτο τους, Death to All Nations, με εξώφυλλο, ναι, τον Skeletor, τον “κακό” από τα κουκλάκια και το καρτούν He-Man, δείχνοντας το εύρος των επιρροών που μπορεί να έχει η θεματολογία μιας μουσικής όπως το metal. Ωριμότεροι από ποτέ, τόσο με κομμάτια που εξυμνούν (τι άλλο) το ίδιο το heavy metal όπως το γαλουχημένο με τους Rainbow και τον αθάνατο Ronnie James Dio, Stand Up For Rock and Roll, με μερικές ατόφιες κλασικές Maiden-ιές όπως το εμπνευσμένο από τον Ερρίκο τον Ε’, Victory (ποιος δεν έχει στο “αίμα” του έστω και λίγο Maiden), και με έπη όπως το διάρκειας επτάμιση λεπτών Symphony of the Night, ο τίτλος του οποίου είναι παρμένος φυσικά από το Castlevania του 1997 με πρωταγωνιστή τον Alucard, και το οποίο στιχουργικά περιέχει σχεδόν αυτούσιους διαλόγους από το Castlevania II: Simon’s Quest (χωρίς να λείπουν αναφορές σε όλα τα κλασικά video games της σειράς όπως το Super Castlevania IV). Φυσικά οι Αμερικανοί δεν είναι οι πρώτοι metallers που έγραψαν μια κομματάρα για τη σειρά της Konami, το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας Battleroar με το Vampire Killer λίγα χρόνια πριν (από το Age of Chaos, 2005), και τα δύο κομμάτια είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους στον ήχο που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης, η πόρωση του ενός συμπληρώνεται από την πόρωση του άλλου.

Αν σε κάποιους μοιάζει εκτός τόπου – μια από τις αισθητικές επιρροές των Castlevania προτού ποτιστούν με τη manga εικονογραφία στα τέλη των 90s ήταν οι ταινίες τρόμου της Universal (’30) και της Hammer (’60-’70), και φυσικά το sword & sorcery των 80s (τα τέσσερα πρώτα παιχνίδια κυκλοφόρησαν στην πενταετία 1986-1991).

Κομμάτια όπως τα Birth of Steel και For Death and Glory είναι βέβαια επίσης βουτηγμένα στην επικίλα, όπως και το σχεδόν οκτάλεπτο ομώνυμο κομμάτι του δίσκου το οποίο έχει να κάνει θεματικά, όπως είπαμε και πριν λίγο, με το Masters of the Universe! Και το ζήτημα είναι ότι όχι απλά “δουλεύει”, αλλά κανονικά γαμάει, γιατί αν ακούσετε προσεκτικά, το κομμάτι περιέχει δόσεις αλληγορίας…

Είναι περίεργο που το όνομα της μπάντας δεν ακούγεται πιο πολύ πέρα από ορισμένους συγκεκριμένους κύκλους, όμως θα έπρεπε. Οι Skelator είναι μια από τις μπάντες-αντίδοτο γι αυτούς που από ένα σημείο και μετά βαριούνται τον υπερ-επεξεργασμένο και σε σημεία σχεδόν, ας πούμε, “γλυκανάλατο” ήχο που έχει μεγάλο μέρος της βορειοευρωπαϊκού power metal, και αναζητούν κάτι πιο βαρύ, πιο αυθεντικό και ατόφιο, πιο διαχρονικό.

Δισκογραφία
  • 2000 - Taste My Demon Seed (Demo, Self-released)
  • 2001 - Behold... (Demo, Self-released)
  • 2003 - Give Me Metal Or Give Me Death (Demo Full-length, Self-released)
  • 2005 - Swords (EP, Self-released)
  • 2006 - The Gore Of War (EP Split, Self-released)
  • 2008 - Time of the Sword Rulers (Full Length)
  • 2010 - Death to All Nations (full length)

Σύνδεσμοι

The Last of the Mohicans Pt. 2: EAT METAL

Posted by universechild On 2.12.2012 1 σχόλια



Κυριακη 9 Οκτωβριου 2011...

Ναι, στην κορυφή γράφει “Φεβρουάριος 2012”, αλλά τώρα “βρίσκομαι” σε μια Κυριακή του περασμένου Οκτώβρη.

Υπέροχη ημέρα.. από εκείνες που λες πως δεν θες να ξεχάσεις ποτέ.. Σηκώνεσαι το πρωί, πίνεις μια ζεστή κούπα καφέ.. κάνεις καμμια δεκαριά τσιγάρα και σιγοτραγουδάς το "Poison Seed" από Lethal... Γιατί; Έτσι γουστάρεις..

Έχεις φάει μια ολόκληρη εβδομάδα στη μάπα δουλειά και πελάτες με “συνταγές ψυχοφαρμάκων”, πράγματα που σχεδόν οδηγούν κι εσένα σε μια βόλτα για ψυχοθεραπεία… αλλά αντέχεις ακόμη.. γιατι;; Το μόνο που σου έχει μείνει είναι η μουσική που λατρεύεις, βάλσαμο για όλα, χωρίς συνταγή γιατρού.

Η μέρα είναι ηλιόλουστη και περιμένεις να πάει απογευματάκι και να την κάνεις για Κύτταρο. Σήμερα έχει γενέθλια η EAT METAL RECORDS. Kλείνει μια δεκαετία στον χώρο της μουσικής που όλοι λατρεύουμε.. Ο Graig ξέρει πως οι καιροι ειναι δύσκολοι και η είσοδος "κοστίζει" 1 ευρώ.. Εξάλλου είμαι σίγουρη πως η κίνηση αυτή είναι καθαρά συμβολική... Αφενός βάζεις είσοδο 1 ευρώ γιατί το κάνεις χωρίς να έχεις σκοπό να τα "κονομήσεις", αφετέρου το κάνεις για να δεις πόσοι μάγκες που δηλώνουν fans της underground σκηνής θα σε τιμήσουν...

Απόγευμα... φοράω τα αθλητικά μου, βουτάω την παρέα μου και οδεύουμε με τα πόδια για την αφετηρία των Τρόλεϋ στην πλατεία Παπαδιαμάντη... Έχει ήδη ξεκινήσει να βρέχει καρέκλες και οι δρόμοι έχουν γεμίσει σκατά, σκουπίδια και φυσικά νερό... μια μαύρη γάτα προσπαθεί να κολυμπήσει.. και μια σκατούλα την εμπόδιζε…

Έχω γίνει μούσκεμα ως το βρακί, και το ωραίο είναι πως όσο γκρινιάζουν οι άλλοι της παρέας που τους "τραβολογάω", τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο ενθουσιασμός μου. Θα πάω.. έστω και με βάρκα.


Κάπου στο βάθος, ένας νεαρός με μηχανή μου λέει: “Δεν σας βλέπω να πάτε περπατώντας ως την πλατεία με τέτοιον καιρό, πιες ένα Red Bull, θα σου δώσει φτερά”…

“Πολύ αστείο” σκέφτηκα, αλλά, “δεν γαμιέσαι”;


Φτάσαμε στο Κύτταρο όταν η βροχή κόπασε... και τότε άρχισε η βροχή των συναισθημάτων...

Ζεστή ατμόσφαιρα και φιλική, όλοι είμασταν σχεδόν ένα.. Έβλεπες γνωστές φάτσες, επικοινωνούσες! Καμμία σχέση με την αισχρή καθημερινή πραγματικότητα που ζεις... εκεί ήσουν με τους "δικούς" σου.

Μια μπύρα στο χέρι και περιμέναμε να ξεκινήσει η χαρά. Η χαρά; Αυτό είναι υποκειμενικό.
Στην αρχή έπαιξαν οι Wrathblade και μετά οι Valor. Ήταν καταπληκτικά!!! Αυτό που δεν ήταν καταπληκτικό, όμως, ήταν η λιγοστή προσέλευση του κόσμου, και φυσικά η καφρίλα που μας χαρακτηρίζει μερικές φορές..

Μιλούσαν μεταξύ τους, και είναι αμφίβολο αν αυτά που έλεγαν είχαν σχέση με αυτό που υποτίθεται πως ήρθαν να δουν και να ακούσουν.. Εν ολίγοις, μερικοί έγραφαν στα αρχίδια τους τις μπάντες οι οποίες έδιναν κομμάτια ψυχής, αν όχι την ψυχή τους, πάνω στη σκηνή, και αυτοί απλά μιλούσαν δυνατά και γκάριζαν... Λες “οκ, εγώ ήρθα για άλλο λόγο, και αυτοί ίσως για άλλο”..

Συγκρότημα-έκπληξη  της βραδιάς οι Raging Storm, οι οποίοι κυριολεκτικά τα έσπασαν, και φυσικά η doom πινελια της βραδιας, οι πολυαγαπημένοι Litany.. Thrash στην συνέχεια με Released Anger - έτσι, για να σπάσει η doomιλα, αλλά εγώ ηθελα να δω τους θεούς Convixion ... Μα πότε θα βγουν;;;

Αυτό το ρωτούσαμε από την αρχή του live, μέχρι που μας είπε ο αδερφός του Graig πως θα βγουν στο τέλος.

Νίκο, έλα, πες την αλήθεια.. Επίτηδες το έκανες, έτσι; Αφού το ξέρεις, πως δεν θα έφευγε κανείς μας, με την καμμία και για κανέναν λόγο, αν δεν σας βλέπαμε...

Θα μπορούσε κανείς να πει πως μέσα στα μάτια της μητέρας του Graig έβλεπε την δική του μάνα. Ζεστή, γλυκιά, όλους τους αντιμετώπιζε το ίδιο, σαν παιδιά της. Θεωρώ πως ήταν μια από τις ομορφότερες στιγμές της συναυλίας. Γιατί; Γιατί τα μάτια της έλαμπαν και καμάρωνε. Ειδικά όταν βγήκε ο Graig στη σκηνή για να μας μιλήσει. Σε μια φάση την ρώτησα πότε θα βγουν οι Convixion, κι εκείνη μου είπε χαμογελώντας γλυκά... “Ξέρεις, τον Νικό τον λέμε Μικρό Γρήγορη”


Δεν χρειάστηκε να πει άλλα... είχα ήδη καταλάβει πόσο αγαπά και σέβεται τον Graig ο Νίκος, και όχι μόνο αυτός, αλλά και όσοι είμασταν εκεί σε εκείνη τη "συννεφιασμένη" και βροχερή Κυριακή..

Είδα και τους Convixion, και αγόρασα έτσι για το καλό και έναν λαχνό για να στηρίξω με τον τρόπο μου την EAT METAL.

Δεν έκατσα μέχρι την κλήρωση. Δεν με ένοιαζε αν κέρδιζα κάτι η όχι. Κέρδισα με τον δικό μου τρόπο. Έφυγα με χαρά και πάντα έτσι θα ειναι... Ελπίζω να ακολουθήσουν κι άλλες τέτοιες στιγμές. Το αξίζει ένας άνθρωπος σαν τον Γρηγορη Βαρσαμη. Είναι ένας από τους "τελευταίους των Μοϊκανών" και απέδειξε όλα αυτά τα χρόνια σε όλους μας τι σημαίνει να αγαπάς αυτή την μουσική και να παλεύεις γι’αυτήν.

Ο καρπός της αγάπης και της δουλειάς του αυτής που μοιράστηκε με τον Δημήτρη Βαγιάνη, η Eat Metal, αποτέλεσε από τους βασικούς στυλοβάτες της ελληνικής σκηνής.
Eat Metal Releases

Η Eat Metal ξεκίνησε όταν οι δύο φίλοι αποφάσισαν το 2001 να στήσουν μαζί ένα μικρό label που θα κυκλοφορούσε singles από νέες μπάντες που οι ίδιοι γούσταραν. Ο ίδιος ο Γρηγόρης έχει πει πως η ιδέα κυοφορούνταν στο μυαλό του, μεταξύ σχεδόν σοβαρού και αστείου, ήδη αρκετά χρόνια πριν από τότε. Η δεκαετία του ’90 είναι άλλωστε γνωστή ως δεκαετία του black και του death, σε ότι αφορά τις ελληνικές μπάντες που κέρδισαν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, ενώ εκείνοι ανήκαν στους ένθερμους υποστηρικτές των πιο κλασικών ήχων. Είναι γνωστό πως ο Γρηγόρης είναι μεγάλος “επικάς”. Η παρουσία τους κάλυψε ένα μεγάλο κενό που έδειχνε να υπάρχει στην Ελλάδα σε ότι αφορά την στήριξη του παραδοσιακού metal.

Η αρχή έγινε με την κυκλοφορία ενός single των Dream Weaver, το οποίο ακολουθήθηκε από την κυκλοφορία μερικών επτάιντσων, καθώς και μερικών δίσκων, τόσο κυρίως από Έλληνες (Litany, Marauder, Raging Storm, Valor) όσο και από κάποιους ξένους (Wotan, Lonewolf). Χαρακτηριστικό είναι πως έβγαλαν δίσκους όχι μόνο σε CD, αλλά και σε βινύλιο (και βέβαια τα single ήταν επτάιντσα, όχι MCD!) Η στήριξη του βινυλίου είδικά απαιτεί όχι αγάπη αλλά τρέλα, καθώς είναι γνωστό πως αρκετές εγχώριες βιοτεχνίες είχαν ήδη αρχίσει να κλείνουν από την εποχή όπου όλα έδειχναν πως το CD θα κυριαρχούσε στη μουσική (αν είχε κανένας να μια μαγική γυάλα να δει τι θα συνέβαινε με το interwebz), και το κόστος εκτύπωσης δίσκων είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο από εκείνο των CD.
Eat Metal - Live Posters


Εκτός από το label και το δισκάδικο, βασικότερη δραστηριότητα της Eat Metal ήταν η διοργάνωση συναυλιών με μπάντες που δεν είχαν ακουστεί, ή είχαν αιώνες να ακουστούν, στην Ελλάδα, ξεκινώντας από το θρυλικό (για εκείνους που το έζησαν) live των Brocas Helm. Η Eat Metal φυσικά ηχογράφησε και κυκλοφόρησε το live αυτό (Black Death in Athens Live), όπως επίσης και επανακυκλοφόρησε τον κλασικό δίσκο των Brocas Helm, Black Death (1988), με bonus υλικό.

Μέρος της φιλοσοφίας τους πάντα ήταν βέβαια όχι μόνο το να φέρνουν κλασικά ονόματα (Manilla Road, Jag Panzer, Ostrogoth) που πάνω απ’όλα οι ίδιοι γούσταραν και οι “έχοντες την εξουσία” έδειχναν να σνομπάρουν, αλλά και να προωθούν νέες ελληνικές μπάντες (των πιο κλασικών, πάντα, ήχων) στις οποίες άξιζε να δοθεί μια ευκαιρία να ακουστούν ως support.

Η δραστηριότητά τους αυτή αποτέλεσε σημαντική ανάσα ζωής για το ελληνικό underground, και δεν ήταν λίγες οι Ελληνικές μπάντες του κλασικού heavy, του doom, του power αλλά και του κλασικού speed και thrash που προωθήθηκαν από την Eat Metal - αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά στις λίστες με τις κυκλοφορίες της Eat Metal και σε αφίσες από παλιότερα live.

Όπως όμως έχει πει και ο ίδιος ο Greg στην κλασική συνέντευξη στο Chronicles of Chaos webzine (μια συνέντευξη του 2004, αλλά η οποία παραμένει σε σημεία πάντα επίκαιρη), αυτά που προωθούν οι άνθρωποι της Eat Metal δεν είναι μόνο αυτά που οι ίδιοι κυκλοφορούν, αλλά όλα τα υποσχόμενα ονόματα του ελληνικού underground που αξίζει να ακουστούν, και η συνεργασία τους με άλλους ανθρώπους και εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο (π.χ. την Black Lotus και τη προώθηση των Airged Lamh) υπήρξε πάντα φιλική.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ EAT METAL
Reverbnation


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Φυσικά η Steel Gallery και η Eat Metal δεν είναι οι μοναδικοί "Μοϊκανοί" στο χώρο του Ελληνικού metal. Κάποιος που θα το έλεγε θα αδικούσε ίσως κάποιους άλλους που σε "μικρότερη κλίμακα", σε μικρά μαγαζιά σε πόλεις εκτός Αθήνας/Θεσσαλονίκης, σε τοπικές σκηνές (ή, μάλλον, "παρέες") της επαρχίας, κρατούν τη σπίθα της μουσικής αυτής ζωντανή. Η παρουσία τους όμως ήταν η πιο καταλυτική στο να διατηρηθεί το οικοδόμημα του ελληνικού metal underground στη θέση του, και έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε ότι αφορά την Ελληνική παρουσία σε αυτή την Αναγέννηση του κλασικού ήχου στα '00s μετά από τον προσωρινό, όπως αποδείχτηκε, μεσαίωνα του "ακραίου" των 90s.